Από την Πορταριά και τη Μακρινίτσα έως τις Μηλιές, τις Πινακάτες και τον Λαύκο, το Πήλιο είναι το βουνό που σε κακομαθαίνει. Τα χωριά, οι γεύσεις και οι στάσεις που δεν πρέπει να χάσεις  σε έναν από τους πιο ακαταμάχητους προορισμούς στην Ελλάδα

Το Πήλιο δεν το κατακτάς με μία επίσκεψη. Το ξεδιπλώνεις, στροφή τη στροφή, πλατεία την πλατεία, μονοπάτι το μονοπάτι. Ξεκινάς από τον Βόλο και, όσο ανηφορίζεις, το τοπίο αλλάζει: η θάλασσα μένει πίσω (αν και επιστρέφει στο πλάνο ως μαγική θέα), το πράσινο πυκνώνει, οι πηγές ακούγονται πριν τις δεις, τα πέτρινα σπίτια ξεπροβάλλουν μέσα από καστανιές, πλατάνια και οξιές. Κάπως έτσι καταλαβαίνεις γιατί το είπαν βουνό των Κενταύρων και θερινή κατοικία των θεών. Έχει κάτι μυθικό, αλλά όχι θεατρικό, αφού διατηρεί μια ανθρώπινη κλίμακα.

Το ωραίο με το Πήλιο είναι ότι δεν έχει μία εποχή. Την άνοιξη μυρίζει λουλούδια, υγρασία και χώμα. Το καλοκαίρι προσφέρει δροσιά όταν η υπόλοιπη Ελλάδα βράζει. Το φθινόπωρο γίνεται χρωματικός χάρτης, από εκείνους που σε κάνουν να σταματάς το αυτοκίνητο για μία ακόμη λήψη. Τον χειμώνα, όταν το χιόνι πασπαλίζει τις ψηλότερες πλαγιές, τα χωριά μοιάζουν σχεδόν σκανδιναβικά, αλλά με τζάκι, σπετζοφάι και γλυκό του κουταλιού.

Και μετά είναι η θάλασσα. Το Πήλιο είναι βουνό, αλλά είναι και θάλασσα. Μια θάλασσα άλλοτε γαλήνια σαν λίμνη στον Παγασητικό, άλλοτε άγρια και ανοιχτή σαν καθαρό Αιγαίο στην ανατολική πλευρά του. Είναι οι σκιερές πλατείες των χωριών, τα αιωνόβια πλατάνια, οι βρύσες, οι δαντελωτές ακτές που φαίνονται από ψηλά σαν αεροφωτογραφία. Κυρίως όμως είναι ένα απέραντο δίκτυο μονοπατιών. Ένα βουνό που το περπατάς με άνετα παπούτσια, χωρίς να χρειάζεται πάντα να είσαι ορειβάτης. Μερικές φορές αρκεί να έχεις διάθεση να χαθείς λίγο.

Ο γύρος του Πηλίου είναι περίπου 140 χιλιόμετρα, αλλά η απόσταση δεν λέει σχεδόν τίποτα. Γιατί εδώ ο χρόνος δεν μετριέται σε χιλιόμετρα, αλλά σε στάσεις: για καφέ σε πλατεία, για νερό από πηγή, για φωτογραφία σε καλντερίμι, για ένα τσίπουρο-αφορμή να πιάσεις κουβέντα στο καφενείο. Τα χωριά του μπαίνουν μεταξύ τους σε έναν άτυπο διαγωνισμό ομορφιάς. Άλλα έχουν θέα στο Αιγαίο, άλλα μυρίζουν βουνό, άλλα κρατούν δυνατή την ιστορία τους, άλλα σε κερδίζουν απλώς επειδή δεν προσπαθούν.

Πορταριά

Πρώτη στάση, η Πορταριά. Κοντά στον Βόλο, εύκολη και κοσμοπολίτικη χωρίς να χάνει εντελώς το παραδοσιακό της πρόσωπο, έχει την κλασική πηλιορείτικη συνταγή: πλακόστρωτα καλντερίμια, αρχοντικά, πλατεία, καλοδιατηρημένα κτίρια, ιστορία. Γύρω από την κεντρική πλατεία, το Αθανασάκειο Νηπιαγωγείο, το Αρχοντικό Ζούλια, το Τσοπότειο Σχολαρχείο και η Παναγία Πορταρέα, το βυζαντινό εκκλησάκι του 11ου αιώνα, θυμίζουν ότι εδώ η τουριστική ανάπτυξη δεν κατάπιε τον χαρακτήρα του χωριού.

Στην Πορταριά αξίζει να σταματήσεις και για φαγητό στην Κρίτσα, της Ελένης Καραΐσκου, ένα από τα πιο τίμια γαστρονομικά σημεία του Πηλίου. Εδώ η τοπική κουζίνα δεν παριστάνει κάτι άλλο. Λαχανικά και αβγά έρχονται από τη φάρμα, οι πίτες έχουν δικό τους φύλλο, το σπετζοφάι έχει το αυθεντικό ντόπιο λουκάνικο που πρέπει, η κοκκινιστή προβατίνα με ζυμαρικά, το μπουμπάρι, το κουνέλι στη γάστρα, το κατσικάκι με πατάτες και το γαλακτομπούρεκο φτιάχνουν ένα τραπέζι που σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα. Για διαμονή, ο ξενώνας Kenta Mountain δίνει αυτή την αίσθηση ζεστής, ορεινής βάσης που χρειάζεσαι για να αρχίσεις τις εξορμήσεις.

Μακρινίτσα

Σχεδόν δίπλα, η Μακρινίτσα παίζει σε άλλη κατηγορία θέας. Δεν την είπαν τυχαία «μπαλκόνι του Πηλίου». Χτισμένη κλιμακωτά στην πλαγιά, με τον Παγασητικό να ανοίγεται από κάτω της, είναι φτιαγμένη για αργό περπάτημα. Καλντερίμια, αρχοντικά, πέτρινες βρύσες, μικρές γωνιές που κοιτούν τον Βόλο από ψηλά. Στην πλατεία του Αϊ-Γιάννη, με τα πλατάνια και την κρήνη με τις τέσσερις χάλκινες λεοντοκεφαλές, την περίφημη «Αθάνατο Νερό», καταλαβαίνεις τι σημαίνει πηλιορείτικη σκηνογραφία χωρίς φίλτρο.

Για sightseeing, σημείωσε το Αρχοντικό Τοπάλη, που στεγάζει το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας, τον μεσαιωνικό Πύργο του Σκοτεινιώτη και την Κουκουράβα, την κάτω συνοικία με τα παλιά υδροτριβεία και βυρσοδεψεία.

Για φαγητό στη Μακρινίτσα, το Κάρδαμο είναι μια ωραία αλλαγή ρυθμού. Ελαφρώς μακριά από την πολυκοσμία της πλατείας και με θέα-πιάτο στον Βόλο, προτείνει μια πιο σύγχρονη comfort κουζίνα: χυλοπίτες με μοσχαράκι, κολοκυθοκεφτέδες, κοκκινιστό αγριογούρουνο, ταλιατέλες με μανιτάρια, πειραγμένο σπετζοφάι, κατσίκι και κόκορα.

Μηλιές

Από εκεί, το Πήλιο αρχίζει να ανοίγει σαν αφήγηση. Οι Μηλιές είναι από τα χωριά που έχουν βάθος. Όχι μόνο ομορφιά. Παλαιό κεφαλοχώρι, με ιστορία, αρχοντικά και την αύρα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, κρατούν ακόμη ζωντανή τη μνήμη της Μηλιώτικης Σχολής, που ίδρυσαν το 1814 ο Άνθιμος Γαζής, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών είναι από μόνη της λόγος επίσκεψης: τοιχογραφίες, παράδοξη ακουστική, αναποδογυρισμένα πιθάρια στους τρούλους, υπόγεια πηγάδια, και εκείνη η ασυνήθιστη παράσταση του ζωδιακού κύκλου που μοιάζει να σου ψιθυρίζει πως το Πήλιο είχε πάντα χώρο για μυστήριο.

Στις Μηλιές, ο φούρνος του Κόρμπα είναι υποχρεωτική στάση για πίτες, τυρόψωμο, ελιόψωμο με κρεμμύδι, και ουρές, συχνά δικαιολογημένες. Για γλυκό, καφέ ή βραδινό ποτό, το Άννα, Να Ένα Μήλο είναι πια μικρός μύθος, με τη ρετρό διακόσμηση, τον Elvis, τις παλιές διαφημίσεις και μια μηλόπιτα που τιμά τον τόπο.

Για φαγητό, οι επιλογές είναι πολλές: το Σαλκίμι για κρεατικά, κολοκυθοκεφτέδες και αγριογούρουνο όταν είναι η εποχή του, το Πανόραμα για γενναιόδωρες μερίδες και σπιτική χορτόπιτα, το Αλώνι για παϊδάκια, σπετζοφάι και βουβαλίσια σουτζουκάκια.

Λίγο πιο πέρα, η Βυζίτσα είναι σαν συμπύκνωση του πηλιορείτικου τοπίου. Διατηρητέος οικισμός, γεμάτος αρχοντικά, πέτρινες βρύσες, εκκλησίες και ήσυχες γωνιές, μοιάζει με μικρογραφία ολόκληρου του Πηλίου. Δεν χρειάζεται να κάνεις πολλά εδώ. Αρκεί να περπατήσεις μέχρι την πλατεία με τη σκεπαστή βρύση, να δεις τα σπίτια, να ακούσεις τη σιωπή που έχει ακόμη ποιότητα.

Άγιος Λαυρέντιος,

Ο Άγιος Λαυρέντιος, κρυμμένος μέσα στο πράσινο, έχει άλλη ενέργεια. Πιο εσωτερική, πιο καλλιτεχνική, ίσως και λόγω του μουσικού φεστιβάλ που τον έχει κάνει γνωστό σε ένα κοινό που ψάχνει κάτι πέρα από τα προφανή. Η πλατεία του, τα αρχοντικά του, η θέα και η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε χωριό που δεν έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στον τουρισμό τον κάνουν από τις πιο αγαπημένες στάσεις. Στον Λωτό, η κυρία Φρόσω μαγειρεύει πηλιορείτικα και γενναιόδωρα: τσιγαριαστά χόρτα με αβγά στο πήλινο, κατσικάκι στη λαδόκολλα, γίδα στη γάστρα, πίτες, γαλοτύρι, γλυκά του κουταλιού. Πάνω στην πλατεία, ο Βασιλικός και Δυόσμος δίνει μια λίγο πιο φροντισμένη εκδοχή της παράδοσης, με καλό κρασί, τζάκι, θέα στον Παγασητικό και πιάτα όπως ταλαγάνι με μαρμελάδα σύκο, πίτες και μαγειρευτά.

Πινακάτες

Οι Πινακάτες είναι για όσους αγαπούν τα χωριά-ανακαλύψεις. Ήσυχες, κουκλίστικες, με θέα στον Παγασητικό, σπίτια με πλίνθινες σκεπές και μια πλατεία που κρατά ακόμη το μέτρο της. Η μαρμάρινη κρήνη με τις κολώνες είναι από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία, αλλά η πραγματική στιγμή είναι το πρωί, όταν ο ξυλόφουρνος του Μάριου ξεφουρνίζει ψωμί, τσουρέκι, σιμίτικο κουλούρι και ό,τι άλλο έχει αποφασίσει η έμπνευση της ημέρας.

Απέναντι, το Ασορτί της Αλκμήνης είναι το αντίθετο του μαζικού σουβενίρ: χειροποίητα, κεντημένα κομμάτια, ακόμη και αυθεντική πηλιορείτικη φορεσιά, με το γιλέκο της να μοιάζει απροσδόκητα σύγχρονο.

Λαύκος

Κι αν κατηφορίσεις προς το Νότιο Πήλιο, ο Λαύκος φέρνει άλλη γλύκα. Έχει υπέροχη πλατεία, καφενεία, εστιατόρια, καλντερίμια και δύο μονοπάτια που οδηγούν στη θάλασσα, το ένα προς τον Άγιο Κωνσταντίνο και το άλλο προς τη Μηλίνα. Εδώ όλα χαμηλώνουν λίγο: οι ρυθμοί, οι φωνές, ακόμη και το φως. Στο Κι όπου πάει μπορείς να καθίσεις χωρίς πρόγραμμα, ενώ ο Ξενώνας των Χρωμάτων κρατά κάτι από την ήρεμη, μποέμ πλευρά του χωριού. Λίγο παρακάτω, το Χόρτο, ειδικά εκτός σεζόν, είναι ένας γαλήνιος τόπος. Μπροστά σου η θάλασσα, ο ήλιος να δύει, και αυτό το Νότιο Πήλιο που δεν εντυπωσιάζει φωναχτά, αλλά μπαίνει μέσα σου με ένα γλυκό τρόπο.

White Irises

Ogawa Kazumasa

Cherry Blossom

Ogawa Kazumasa

Το Πήλιο, τελικά, δεν είναι προορισμός για να «τσεκάρεις» χωριά. Είναι τόπος για να αλλάζεις ρυθμό. Να διαλέγεις πλατεία ανάλογα με τη διάθεση, να μπαίνεις σε φούρνους για θεϊκές πίτες, να ανεβαίνεις σε μονοπάτια επειδή κάποιος ντόπιος σού είπε «πήγαινε, αξίζει», να τρως λίγο παραπάνω γιατί όλα έχουν γεύση βουνού. Και κάθε φορά που νομίζεις ότι το γνώρισες, εμφανίζεται άλλη μία στροφή, άλλο ένα χωριό, άλλη μία θέα. Αυτό είναι μάλλον και το μυστικό του!

Voyadelle