Από τα Άνω Λεχώνια έως τις Μηλιές, το ιστορικό τρενάκι του Πηλίου κυλά αργά μέσα από 16 χιλιόμετρα φύσης, πέτρας και παλιάς σιδηροδρομικής μαγείας

Ξεκινήσαμε από τα Άνω Λεχώνια με πρωινό καφέ στο χέρι και εκείνη τη δροσιά που κάνει το Πήλιο να μοιάζει πάντα λίγο πιο alert από εσένα. Ο μικρός σταθμός, βαμμένος σε ζεστές ώχρες, έμοιαζε να κρατά ακόμα κάτι από άλλη εποχή, όπως και τα βαγόνια που περίμεναν υπομονετικά στις ράγες.
Το πρώτο δρομολόγιο των 10.00 είχε ήδη γεμίσει. Έλληνες, ξένοι, οικογένειες, ζευγάρια, άνθρωποι με κινητά έτοιμα για φωτογραφίες, αλλά με βλέμμα σχεδόν παιδικό, σαν να περίμεναν κάτι περισσότερο από μια απλή βόλτα με τρένο.
Καθίσαμε στα ξύλινα καθίσματα, αντικριστά, σε ένα βαγόνι που κρατά ακόμη κάτι από την παλιά του ψυχή. Η ιστορία του «Μουντζούρη» είχε ήδη ανεβάσει τις προσδοκίες, αλλά τελικά η ίδια η διαδρομή τις ξεπερνά αθόρυβα, ή μάλλον όχι και τόσο αθόρυβα: με τον μεταλλικό ήχο στις ράγες, με την κόρνα πριν από τις στροφές, με εκείνο το ρυθμικό κούνημα που σε βάζει αμέσως σε άλλη ταχύτητα.

Καθώς το τρένο αφήνει πίσω του τον σταθμό, χάνεται μέσα στο πράσινο. Περνά δίπλα από κορμούς δέντρων που σχεδόν ακουμπούν τα βαγόνια, διασχίζει σκιερές διαδρομές και ανοίγεται ξανά σε τοπία που απλώνονται μέχρι τον ορίζοντα.
Το τρενάκι του Πηλίου δεν είναι απλώς ένα τουριστικό αξιοθέατο. Είναι ένας ιστορικός σιδηρόδρομος που άρχισε να κατασκευάζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 20ού, συνδέοντας τα χωριά του Πηλίου με τον Βόλο και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάπτυξή τους. Την επίβλεψη του έργου είχε ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο, πατέρας του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, του μεγάλου ζωγράφου που αργότερα θα έκανε τα τρένα και τους σταθμούς μέρος της εικαστικής του μυθολογίας.

Στη μιάμιση ώρα και στα περίπου 16 χιλιόμετρα της διαδρομής, ο «Μουντζούρης» σε κάνει να καταλάβεις γιατί το Πήλιο δεν εξαντλείται ποτέ σε μία εικόνα. Περνάς μέσα από οικισμούς σκαρφαλωμένους στις πλαγιές, ελαιώνες που απλώνονται σε κύματα, και σπίτια με κόκκινες στέγες που ξεπροβάλλουν μέσα στο πράσινο,
Περνάς μέσα από οικισμούς, ελιές, πλατάνια, καστανιές, κομμάτια πυκνού πράσινου, ενώ χαμηλά η καμπύλη του Παγασητικού υπενθυμίζει ότι αυτό το βουνό έχει πάντα δύο ψυχές: τη βουνίσια και τη θαλασσινή.

Η διαδρομή είναι και ένα μικρό μάθημα μηχανικής και αρχιτεκτονικής. Το τρένο περνά από τοξωτές γέφυρες, καμάρες και παλιές κατασκευές από πέτρα. Ξεχωρίζει η πέτρινη γέφυρα Καλόρεμα, ενώ λίγο πριν από τις Μηλιές έρχεται η εντυπωσιακή γέφυρα του Ταξιάρχη, γνωστή και ως γέφυρα Ντε Κίρικο. Εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, νιώθεις ότι αιωρείσαι.

Όταν φτάνεις στις Μηλιές, το ταξίδι δεν τελειώνει ακριβώς. Από τον σταθμό ξεκινά το καλντερίμι που οδηγεί στο κέντρο του χωριού, σαν μια φυσική συνέχεια μιας διαδρομής που δεν σε κρατά για λίγο ακόμη κοντά στην πανέμορφη φύση.

