Γεύσεις και πολιτισμός στο κυκλαδονήσι όπου συνυπάρχει η αστική κουλτούρα με τη νησιωτική αύρα

Η Σύρος είναι από εκείνες τις πόλεις που δεν τις βλέπεις απλώς αφηγούνται ιστορίες. Κάθε πρόσοψη και μια εποχή, κάθε μαρμάρινη σκάλα και ένα αφήγημα εμπόρων, προσφύγων, ναυτικών, καθολικών και ορθόδοξων που αποφάσισαν να φτιάξουν στη μέση του Αιγαίου μια πραγματική αστική πρωτεύουσα. Η Ερμούπολη, παρότι έχει απέχει από τους ρυθμούς του 19ου αιώνα, παραμένει σήμερα η πιο «ευρωπαϊκή» πόλη των Κυκλάδων: πλατιές σκάλες, υπαίθριες στοές, αρχοντικά με γύψινες διακοσμήσεις, μπαρόκ και νεοκλασικά στοιχεία που στέκονται ακόμη περήφανα μπροστά στη θάλασσα.

Οπου και να κοιτάξεις θα δεις τις δυτικές επιρροές από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας του νησιού. Στο κέντρο αυτού του σκηνικού δεσπόζει το Δημαρχείο –το έργο του Ερνστ Τσίλλερ– με τη μνημειακή σκάλα, τις στοές και το αίθριο που στεγάζει σήμερα τον Δήμο και τα δικαστήρια: είναι το πρώτο πράγμα που τραβάει τη ματιά σου στην πλατεία Μιαούλη και σου θυμίζει ότι η Σύρος κάποτε ήταν εμπορικό κέντρο όλης της Ανατολικής Μεσογείου. Λίγα μέτρα πιο πέρα, στο ίδιο αστικό κύκλωμα, ο μεγαλοπρεπής Ναός του Αγίου Νικολάου και το Θέατρο Απόλλων, μια κομψή μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου, με ιστορικές οροφογραφίες και την αίσθηση ότι είσαι σε ιταλική λυρική σκηνή του 19ου αιώνα. Είναι από τα ελάχιστα νεοκλασικά θέατρα στην Ελλάδα που λειτουργούν ακόμη και δείχνουν πόσο πολιτισμένη ήταν η πόλη ήδη από τότε.

Τη σειρά των νεοκλασικών συμπληρώνει το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Σύρου–Ερμούπολης (1863, με την επίβλεψη του Pietro Sampo): αυστηρή πρόσοψη, κίονες, μαρμάρινα στοιχεία, ψηλοτάβανες αίθουσες που σήμερα φιλοξενούν εκθέσεις, λογοτεχνικές βραδιές, μουσική. Είναι ο σημερινός “πυρήνας” πολιτισμού της πόλης.

Κι εκεί που περπατάς στα στενά στην κοσμοπολίτικη γειτονιά Βαπόρια, περνάς τη Villa Selena  και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, βγαίνεις στην ανοιχτή πλευρά της θάλασσας στα Αστέρια, με την τσιμεντένια πλατφόρμα, ιδανική για βουτιές στο νερό. Απέχει λίγα σκαλιά από το δρόμο, και προσφέρει θέα στα νεοκλασικά της Ερμούπολης. 

Πιο ψηλά, στον Βροντάδο, η Οικία «Κυβέλη» –αστικό σπίτι του 1870, κυριολεκτικά αγκαλιασμένο από τον βράχο, με θέα στο λιμάνι– λειτουργεί ως Ινστιτούτο και χώρος μνήμης για τη μεγάλη ηθοποιό. Στη βόρεια προβλήτα, η Πινακοθήκη Κυκλάδων, έργο του Βαυαρού Johann Erlacher, θυμίζει τα πρώτα δημόσια κτίρια της Ερμούπολης, τότε που η πόλη χτιζόταν με ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση. Και, βέβαια, το Μέγαρο Πρασακάκη –από τα πρώτα ιδιωτικά μέγαρα της Ερμούπολης, επίσης αποδιδόμενο στον Erlacher– με τις μαρμάρινες σκάλες και τα ζωγραφιστά ταβάνια, όπου σήμερα στεγάζεται το Επιμελητήριο Κυκλάδων, είναι από αυτά τα σπίτια που σε κάνουν να καταλάβεις ότι εδώ υπήρξε πραγματική αστική τάξη.

Αυτή η αστική τάξη –οι Συριανοί των εμπορικών οίκων, οι οικογένειες με παιδεία και ευρωπαϊκές αναφορές, οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι που συνυπήρχαν– άφησε κάτι πολύ ζωντανό: μια πόλη που τον χειμώνα δεν κοιμάται. Στη Σύρο λειτουργούν σήμερα οκτώ (!) ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα, λέσχες ανάγνωσης – μια χειμερινή πολιτιστική ζωή που ελάχιστα νησιά έχουν. Είναι ο τρόπος των Συριανών να κρατούν την πόλη “ψηλά”, ακόμη κι όταν δεν έχει τουρίστες.

Βγαίνοντας από την πόλη, ανεβαίνεις στην Άνω Σύρο, στο καθολικό κομμάτι του νησιού, με τα κυκλαδίτικα ανηφορικά σοκάκια, τις στοές που μοιάζουν με μεσαιωνικά περάσματα και τα μπαλκόνια που κοιτούν το λιμάνι. Εδώ, στις αυλές και στα μικρά καφέ, θυμάσαι ότι η Σύρος έχει και φραγκοσυριανή ταυτότητα, με μουσικές, τα ρεμπέτικα του Μάρκου Βαμβακάρη, τραγούδια που γεννήθηκαν στα κατώφλια αυτών των σπιτιών.

Λίγο πιο μακριά, προς τα βόρεια, στο χωριό Σαν Μιχάλη, το ηλιοβασίλεμα είναι απλά μαγικό: δεν βλέπεις μόνο θάλασσα, βλέπεις τις αναβαθμίδες, τα τοπία με τις ξερολιθιές, τα γαϊδουράκια. Βλέπεις ένα ήπιο, καθημερινό, αγροτικό πρόσωπο της Σύρου που δεν το φαντάζεσαι όταν περπατάς στην πλατεία Μιαούλη.

Η γαστρονομία της Σύρου είναι, όπως και η πόλη, αποτέλεσμα πολλών επιρροών. Από τη Χίο και τη Μικρά Ασία ήρθαν τα λουκούμια –σήμερα αναπόσπαστο στοιχείο της συριανής ταυτότητας– από τη Σμύρνη τα μπαχαρικά, από τα καθολικά μοναστήρια τα φραγκόσυκα και τα γλυκά με αμύγδαλο. Το νησί έχει εξαιρετικές πρώτες ύλες: τυριά και λούζα Σύρου, το πικάντικο Σαν Μιχάλη (ΠΟΠ από το 1996), κατσικάκια, κηπευτικά. Για ψώνια: Πρέκας και Λειβαδάρας για τοπικά, βιοτεχνία λουκουμιών Συκουτρής για τα κλασικά συριανά και μαστιχάτα λουλούμια, αλλά και το γνώριμο “παξιμαδάκι Σύρου” που πάει παντού.

Στο φαγητό αξίζει να σταματήσεις στο μαγειρείο «Συριανή κουζίνα» για πιάτα της κατσαρόλας, στο εστιατόριο «Ο Μήτσος» για κρεατικά, αλλά και στο Παλιό καφενείο – «Η νησιώτισσα» στο στενό της Ερμούπολης, όπου το 2025 έγιναν γυρίσματα για τη σειρά της ΕΡΤ «Η Μεγάλη Χίμαιρα» (το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Σύρο, καθώς εκείνο το κοσμοπολίτικο, ελληνοϊταλικό, νησιωτικό περιβάλλον που περιγράφει είναι πολύ κοντά στο πνεύμα της Ερμούπολης των εμπόρων).

Ο Λευτέρης Βολικάκης σερβίρει μεζέδες για τσίπουρο, σε ένα αληθινά συριανό στενό με ζωγραφισμένα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες – σκηνικό που δεν χρειάζεται σκηνογραφία. Για ποτό, το Bar Passo (πάνω στο πλακόστρωτο της οδού) είναι ανοιχτό και τον χειμώνα, ενώ για κρασί και πιο χαλαρό βραδάκι υπάρχει το wine bar «Ρόγα». Για κάτι πιο απλό, το ψητοπωλείο Απόλαυση σώζει τις μεταμεσονύκτιες πείνες.

Αυτό που κάνει τη Σύρο να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο ότι έχει «ωραία κτίρια». Είναι ότι έχει στρώσεις αστικής ζωής, προσφυγική μνήμη, καθολική παράδοση, βιομηχανική ανάπτυξη, νεοκλασικό όραμα, και τις έχει κρατήσει ζωντανές.

Μπορείς μέσα σε μια μέρα να περάσεις από το Πνευματικό Κέντρο, να μπεις στο Θέατρο Απόλλων, να δεις από κοντά τις ζωγραφιστές οροφές των νεοκλασικών και να βρεθείς το σούρουπο στην Άνω Σύρο να ακούς μπουζούκι. Είναι μια πόλη που σου θυμίζει ότι οι Κυκλάδες δεν είναι μόνο κύβοι πάνω στο βράχο, αλλά ζωντανά μνημεία με πολιτισμό και ανείπωτη ομορφιά.