Chryssa Kakiori

  • Eκδρομή στο Μαίναλο για κυνήγι μανιταριών

    Eκδρομή στο Μαίναλο για κυνήγι μανιταριών

    Από τη Νεστάνη ως τα έλατα της Οστρακίνας, με καλάθι, μαχαιράκι και πολλή ταπεινότητα απέναντι στο δάσος

    Υπάρχουν εκδρομές που ξεκινούν με πρόγραμμα και τελειώνουν με ιστορίες. Στο Μαίναλο, η απόδραση γίνεται εμπειρία: ο στενός δρόμος ανάμεσα στα έλατα, η ομίχλη που έρχεται ξαφνικά, λίγες σκόρπιες πινελιές χιονιού και ένα φως που αλλάζει διαρκώς. Κι όταν τελικά αφήνεις το αυτοκίνητο και μπαίνεις στο δάσος, το κυνήγι μανιταριών δεν μοιάζει με «συλλογή», αλλά με μάθημα προσοχής.

    Η δική μας μονοήμερη στο Μαίναλο είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: κυνήγι μανιταριών. Όχι όμως με τη λογική της «συγκομιδής», αλλά με τη χαρά της ανακάλυψης. Γιατί, όπως μας θύμισε ο ειδικός που ήταν μαζί μας, τα 9 στα 10 είδη που θα συναντήσεις στο δάσος δεν τρώγονται — κι αυτή η φράση από μόνη της βάζει από νωρίς τον τόνο: σεβασμός, παρατήρηση, γνώση.

    Η διαδρομή: εικόνες που σε βάζουν στο κλίμα

    Κατευθυνθήκαμε προς Τρίπολη, κάναμε στάση στο Σπαθοβούνι για καφέ και τα απαραίτητα, και λίγο πριν την Τρίπολη, πήραμε τον δρόμο για Βυτίνα και, περνώντας την Κάψια με το εντυπωσιακό σπήλαιό της, στρίψαμε αριστερά προς Καρδαρά.   

    Ο Καρδαράς μπορεί να μη διαθέτει τη φήμη της Βυτίνας, της Δημητσάνας ή της Στεμνίτσας, όμως έχει κάτι που εκτίμησα αμέσως: μια ήσυχη, αυθεντική ορεινή ενέργεια. Χτισμένος στα 1.030 μέτρα στις ανατολικές πλαγιές του Μαινάλου, είναι παραδοσιακός οικισμός και από τους πιο ορεινούς της Αρκαδίας, πετρόκτιστος, πανέμορφος και με όμορφες επιλογές για διαμονή. Εννοείται ότι μπήκε στη λίστα για επόμενη εξόρμηση με διαμονή.

    Από εκεί, ένας στενός ανηφορικός δρόμος σε οδηγεί προς το χιονοδρομικό. Έλατα παντού, σαν να έχουν συμφωνήσει να κρατούν τον δρόμο αγκαλιά. Όσο ανεβαίνεις, η ομίχλη πυκνώνει, το φως αλλάζει, και το βουνό αρχίζει να μοιάζει με σκηνικό που δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα σου δείξει τον χειμωνιάτικο ήλιο του ή το πιο βροχερό του πρόσωπο.

    Περάσαμε το Χιονοδρομικό Κέντρο Μαινάλου στην Οστρακίνα είναι ένα από τα ιστορικά χιονοδρομικά της χώρας. Αυτή την εποχή, τέλος Νοέμβρη, η πίστα ξεχώριζε και λίγο χιόνι μόλις αχνοφαινόταν στην κορυφή του βουνού.

    Το δάσος και η «τελετουργία» της συλλογής

    Στο σημείο που αφήσαμε το αυτοκίνητο και μπήκαμε στο δάσος, η εκδρομή άλλαξε ρυθμό. Από την ταχύτητα της ασφάλτου περάσαμε στην ηρεμία του δάσους. Το κυνήγι μανιταριών σε μαθαίνει να κοιτάς χαμηλά — αλλά, παραδόξως, σε κάνει να βλέπεις πιο καθαρά όλο το τοπίο.

    White Το κυνήγι μανιταριών σε μαθαίνει να κοιτάς χαμηλά — αλλά, παραδόξως, σε κάνει να βλέπεις πιο καθαρά όλο το τοπίο.

    Tα 9 στα 10 είδη που θα συναντήσεις στο δάσος δεν τρώγονται

    Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο ωραίο με ένα κυνήγι μανιταριών: ότι σου δίνει έναν λόγο να μπεις στο δάσος πιο προσεκτικά απ’ ό,τι συνήθως. Να ακούσεις. Να παρατηρήσεις. Να μη βιάζεσαι.

    Είχαμε καλαθάκια, όχι πλαστικές σακούλες. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά βασικός κανόνας: Το καλάθι ή η διχτυωτή τσάντα προστατεύει τα μανιτάρια, και ταυτόχρονα επιτρέπει στα «σπόρια» να πέφτουν στο έδαφος, ώστε να συνεχίζεται ο κύκλος τους.

    Είχαμε μαχαιράκι, για καθαρό κόψιμο, και ποτέ μαζικά από το ίδιο είδος. Όχι μόνο για να μην «αδειάζει» ένα σημείο, αλλά για να θυμάσαι ότι το δάσος είναι ένα οικοσύστημα που χρειάζεται σεβασμό.

    Μας έδειξαν επίσης κάτι που μου έμεινε: αν κόψουμε ένα μανιτάρι και τελικά δεν θέλουμε να το πάρουμε, το αφήνουμε με τα ελάσματα προς τα κάτω, ώστε να «σπείρει» ξανά στο έδαφος.

    White Irises

    Ogawa Kazumasa

    Cherry Blossom

    Ogawa Kazumasa

    Τι είδαμε (και τι κρατήσαμε)

    Σε κοντινή απόσταση από σάπιο κορμό ελάτου μπορεί να βρεις είδη που θυμίζουν πλευρώτους, σαν μια υπενθύμιση ότι το ξύλο, όταν «τελειώνει», γίνεται σπίτι για κάτι νέο.

    Στη δική μας βόλτα είδαμε διαφορετικά είδη όπως:
    κοτινάριους, στερέουμ, λικόπερδο, υδροφόρους και άλλα. Κάποια εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους, άλλα με την υφή ή το σχήμα τους, ενώ ορισμένα έμοιαζαν σχεδόν… εξωγήινα στο υγρό φως του δάσους.

    Και εδώ μπαίνει η πιο σημαντική υποσημείωση υπάρχουν τοξικά και θανατηφόρα μανιτάρια. Το κυνήγι μανιταριών είναι υπέροχο, αλλά η κατανάλωση πρέπει να γίνεται μόνο με επιβεβαίωση ειδικού. Η φωτογραφία δεν αρκεί, η μνήμη δεν αρκεί, χρειάζεται σίγουρη η γνώση του ειδικού.

    Μια μικρή ωδή στην ομίχλη

    Από τις εικόνες που θα κρατήσω:

    • ο δρόμος που στρίβει μέσα στα έλατα,
    • η ομίχλη που εμφανίζεται σαν να ανοίγει το δάσος μια μυστική κουρτίνα,
    • λίγες λευκές πινελιές χιονιού στις άκρες του βουνού,
    • και εκείνη η στιγμή που ο ήλιος κάνει ένα ξαφνικό πέρασμα, σαν να θέλει να μας θυμίσει πως η ζωή στο Μαίναλο δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη.

    Το ιδανικό φινάλε: φαγητό στη Νεστάνη

    Στην επιστροφή, φάγαμε στην ταβέρνα Μπακαλόγατος κοντά στη Νεστάνη: νόστιμα κρέατα, ζεστή ατμόσφαιρα, από αυτές τις στάσεις που δένουν τέλεια με μια χειμωνιάτικη ή ορεινή εκδρομή στην Αρκαδία.

    Και κάπως έτσι, επιστρέφεις στην πόλη όχι μόνο με λίγα μανιτάρια στο καλάθι, αλλά με εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι το βουνό σε δέχτηκε για λίγο στον ρυθμό του.

    Η ταβέρνα Μπακαλόγατος κοντά στη Νεστάνη

    Χρήσιμες σημειώσεις  

    Τι να έχεις μαζί σου

    • Καλαθάκι ή διχτυωτή τσάντα.
    • Μαχαιράκι για καθαρή κοπή.
    • Γάντια και μικρό πινέλο/βουρτσάκι για χώματα.
    • Αδιάβροχα παπούτσια, γιατί το Μαίναλο έχει τον δικό του υγρό, «μυκητολογικό» καιρό.
    • Θερμά ρούχα — εδώ ο καιρός αλλάζει γρήγορα.

    Βασικοί κανόνες υπεύθυνης συλλογής

    • Δεν παίρνουμε τα πάντα.
    • Δεν αδειάζουμε ολόκληρο σημείο από ένα είδος.
    • Δεν χρησιμοποιούμε πλαστικές σακούλες.
    • Δεν τρώμε τίποτα χωρίς επιβεβαίωση ειδικού.

    White Irises

    Ogawa Kazumasa

    Cherry Blossom

    Ogawa Kazumasa

    Αν θέλεις να μείνεις παραπάνω

    Το Μαίναλο έχει την τύχη να «αγκαλιάζεται» από μερικά από τα πιο δημοφιλή ορεινά χωριά της Ελλάδας. Η Βυτίνα, η Δημητσάνα και η Στεμνίτσα είναι ιδανικές βάσεις για διήμερο ή τριήμερο, με πολλές επιλογές σε ξενώνες, ταβέρνες και καφέ. Παράλληλα, η περιοχή συνδέεται και με το Menalon Trail, μια από τις πιο γνωστές πεζοπορικές διαδρομές της χώρας, που περνά από χωριά-σταθμούς της Γορτυνίας και του Μαινάλου.  

    Διαμονή

    Οι επιλογές στην περιοχή περιλαμβάνουν παραδοσιακούς ξενώνες στη Βυτίνα για πιο «κλασική» χειμερινή εμπειρία, πετρόχτιστα καταλύματα στη Δημητσάνα και στη Στεμνίτσα με θέα, ήσυχες επιλογές στον Καρδαρά για πιο ατμοσφαιρική απόδραση.  

    Φαγητό

    Εκτός από τη Νεστάνη, αξίζει να αφήσεις χώρο για: ζεστές, «ορεινές» κουζίνες στα χωριά του Μαινάλου, κρεατικά και μαγειρευτά που ταιριάζουν ιδανικά με τσίπουρο και χαμηλές θερμοκρασίες, και μικρές στάσεις για γλυκό του κουταλιού ή χειμωνιάτικα επιδόρπια στις πλατείες.

  • Brasserie Lorraine: ένα γαλλικό“affaire” στη Δεξαμενή

    Brasserie Lorraine: ένα γαλλικό“affaire” στη Δεξαμενή

    Η γαλλική κουζίνα στην Ελλάδα έχει πάντα ένα ιδιαίτερο κύρος – σαν να κουβαλά μαζί της μια υπόσχεση για λευκά λινά, βούτυρο που γυαλίζει στο πιάτο και την ευκαιρία να απολαύσεις ένα πραγματικά καλό ποτήρι κόκκινο κρασί

    Η Αθήνα μοιάζει να αναζητά διαρκώς το επόμενο γαλλικό της στέκι, λίγα όμως καταφέρνουν να κρατήσουν τη σχέση ζωντανή πέρα από την πρώτη εντύπωση. Η Brasserie Lorraine, στη γωνία Σπευσίπου και Γλύκωνος, από το 2020 που άνοιξε χτίζει σταδιακά αυτή τη σχέση, αρχικά με την υπογραφή του Παναγιώτη Ζώκου και σήμερα με τον Ηλία Δημέλη να πιάνει το νήμα της κουζίνας και να τη συνεχίζει με τον δικό του ρυθμό.

    Ανοίγεις τη βαριά, βελούδινη κουρτίνα της εισόδου και αφήνεις πίσω σου την πλατεία Δεξαμενής. Μπροστά σου, μια φωτεινή μπάρα με μαρμάρινη επιφάνεια, πίσω της το εντυπωσιακό, υποφωτισμένο ψυγείο με τα κρασιά∙ ράφια γεμάτα φιάλες που σε βάζουν εξαρχής στο κλίμα. Καθρέφτες στους τοίχους, ταπετσαρίες με τριαντάφυλλα σε πλήρη άνθηση, πράσινες βελούδινες πολυθρόνες, κεριά και χαμηλός φωτισμός συνθέτουν ένα σκηνικό που μοιάζει βγαλμένο από παλιό παριζιάνικο φιλμ, κάθεσαι και περιμένεις σχεδόν να γυριστεί η επόμενη σκηνή γύρω σου.

    Η κουζίνα της Lorraine έχει γαλλική ψυχή, αλλά δεν παριστάνει το ναό της «υψηλής γαστρονομίας». Θα βρεις τα κλασικά, συχνά με μια σύγχρονη πινελιά. Δεν στοχεύει στην τελειότητα του μιλιμετρέ πιάτου – αν και κάποιες φορές θα ήθελες μισό κλικ παραπάνω ένταση ή τόλμη – όμως συνολικά προσφέρει αυτό που υπόσχεται: πιάτα της γαλλικής κουζίνας, σε ένα περιβάλλον που σε κάνει να θες να μείνεις λίγο παραπάνω.

    Στα starters, η κρεμμυδόσουπα έρχεται με πλούσιο ζωμό μοσχαριού, καραμελωμένα κρεμμύδια στο σωστό γλύκισμα, λιωμένο τυρί Comté που σχηματίζει μια ελαφρώς ελαστική κρούστα και τραγανά κρουτόν που σπάνε ωραία στο κουτάλι. Είναι από αυτά τα πιάτα που μυρίζουν «χειμώνας στο Παρίσι».

    Το ταρτάρ μοσχαρίσιο είναι καλοκομμένο, με ωραία υφή και σωστή θερμοκρασία. Η μαρμελάδα κάπαρης δίνει μια γλυκόξινη, θαλασσινή νότα που φρεσκάρει τις μπουκιές, η καπνιστή μαγιονέζα προσθέτει βάθος, και το καψαλισμένο χωριάτικο ψωμί λειτουργεί σαν τραγανή βάση που τα ενώνει όλα.

    Πιο ανάλαφρη η πράσινη σαλάτα με κατσικίσιο τυρί και αχλάδι με τραγανά φύλλα, λεπτές φέτες αχλαδιού που φέρνουν γλύκα, ένα κατσικίσιο τυρί με ήπια οξύτητα και ντρέσινγκ που δεν «πνίγει» τα υλικά.

    Από τα πιάτα που ξεχωρίζουν, το ζεστό foie gras: σωταρισμένο ώστε να κάνει μια λεπτή κρούστα απ’ έξω και να μένει κρεμώδες εσωτερικά. Η ρουστίκ μαρμελάδα χουρμά δίνει γλύκα με ανατολίτικη χροιά, η πίκλα κυδωνιού προσθέτει οξύτητα και φρεσκάδα, και το χειροποίητο μπριός – αφράτο και βουτυρένιο – λειτουργεί σαν «μαξιλάρι» για το συκώτι.  

    Στο θαλασσινό κομμάτι, τα φρέσκα χτένια (όταν τα πετύχεις) έχουν ωραίο ψήσιμο, με ελαφρώς καραμελωμένη επιφάνεια και ζουμερό εσωτερικό, ενώ τα σαλιγκάρια Βουργουνδίας έρχονται με κρούστα μαϊντανού και σκόρδου – κλασικό comfort πιάτο.

    Στα κυρίως, το στήθος πάπιας με compote κόκκινων φρούτων και σάλτσα πάπιας αρωματισμένη με κέδρο κρατά τον ροζ πυρήνα του και ισορροπεί ανάμεσα στη γλύκα της σάλτσας και την ένταση του κρέατος.

    Για τους λάτρεις του κόκκινου κρέατος, η Lorraine παίζει δυνατά: Côte de bœuf, Chateaubriand, entrecôte – όλα σε γενναιόδωρα κομμάτια, με σωστό ψήσιμο και συνοδευτικά που θυμίζουν κλασική brasserie: πουρές πατάτας βελούδινος, τηγανητές πατάτες με σωστή τραγανότητα, πράσινη σαλάτα, σπαράγγια, μανιτάρια à la crème και σωστές σάλτσες – béarnaise, poivre και café de Paris. Στο ψάρι, η φρέσκια γλώσσα meunière είναι από τα πιάτα που δικαιολογούν την ύπαρξη του βουτύρου στη γαλλική κουζίνα.

    Στο τέλος, το clafoutis αμυγδάλου με κόκκινα φρούτα και κρέμα αρωματισμένη με λικέρ κεράσι έρχεται αχνιστό, με ζουμερά φρούτα, αρωματική ζύμη και κρέμα.

    Το σέρβις είναι από τα μεγάλα ατού της Brasserie Lorraine: επαγγελματικό, ενημερωμένο, αλλά ταυτόχρονα ζεστό, ενώ ο sommelier κινείται με άνεση ανάμεσα στις επιλογές της λίστας, που δίνει ισχυρό βάρος στις γαλλικές ετικέτες, χωρίς να λείπουν και κάποιες ενδιαφέρουσες αμερικανικές ετικέτες. Εμείς απολαύσαμε ένα Cabernet Sauvignon The Federalist66 από την California, που μπήκε στη λίστα με τα αγαπημένα. Πέρα από τις βασικές επιλογές, υπάρχει και μια «χρυσή» λίστα με σπάνιες φιάλες και υψηλά τριψήφια νούμερα, για όσους θέλουν να κάνουν το βράδυ πραγματικά… συλλεκτικό.

    Συνολικά, η Brasserie Lorraine ένα από τα λίγα μέρη στην Αθήνα όπου η υπόσχεση «γαλλική brasserie» μεταφράζεται σε ατμόσφαιρα που σε ταξιδεύει σε βραδιές με παριζιάνικη αύρα.

    Brasserie Lorraine: Σπευσίπου & Γλύκωνος 2, Αθήνα | τηλ.: 211 1082920

  • Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή: Εδώ η ζωή αφηγείται τον εαυτό της

    Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή: Εδώ η ζωή αφηγείται τον εαυτό της

    Το νέο μουσείο της Αθήνας δεν είναι απλώς ένα ακόμα μουσείο, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση ότι στη φύση όλα συνδέονται – κι ότι μέσα σε αυτό το “όλα” είμαστε κι εμείς

    Στην εποχή της κλιματικής αγωνίας και της οικολογικής πληροφορίας σε… υπερφόρτωση, είναι σπάνιο να βρίσκεις έναν χώρο που δεν σε καταβάλει με ενοχές, αλλά σε βοηθά να νιώσεις ξανά μέρος του κόσμου γύρω σου.

    Το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή στην Κηφισιά κάνει ακριβώς αυτό: μετατρέπει τη γνώση σε εμπειρία, την επιστήμη σε αφήγηση και τη φύση σε κάτι οικείο και μεγαλειώδες, ταυτόχρονα.

    Με τη νέα του έκθεση «Βιοποικιλότητα. Όλα συνδέονται», το πρόσφατα ανακηρυγμένο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας επανασυστήνεται στο κοινό ως ένας ζωντανός οργανισμός: ένας κόμβος όπου συναντιούνται η έρευνα, η εκπαίδευση και η ανάγκη να ξαναδούμε τον πλανήτη μας με άλλα μάτια.

    Πρόσφατα ανακηρύχθηκε επίσημα Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, επισφραγίζοντας μια πορεία σχεδόν έξι δεκαετιών επιστημονικής έρευνας, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και δράσης. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά θεσμικά έναν «κεντρικό κόμβο» γνώσης για τη φύση της, αντίστοιχο με εθνικά μουσεία άλλων χωρών με πλούσια βιοποικιλότητα. Και αυτό αλλάζει τον ρόλο του Μουσείου: από ένας αγαπημένος χώρος σχολικών επισκέψεων, γίνεται σημείο αναφοράς για τη διαχείριση της γνώσης γύρω από το περιβάλλον και την κλιματική κρίση.

    «Βιοποικιλότητα. Όλα συνδέονται» – μια έκθεση για το αόρατο νήμα

    Η νέα μεγάλη έκθεση, που δημιουργήθηκε με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, έρχεται να μεταφράσει μια λέξη που ακούμε συνεχώς – βιοποικιλότητα – σε κάτι χειροπιαστό, συγκινητικό και πολύ προσωπικό.

    Μέσα από διαδραστικά ψηφιακά εκθέματα, ολογράμματα, εντυπωσιακές οπτικοακουστικές παραγωγές αλλά και φυσικά δείγματα, η έκθεση φωτίζει το αλληλένδετο της ζωής:

    • τα είδη που παλεύουν για επιβίωση εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια
    • τα γονίδια που κάνουν τον καθένα μας μοναδικό
    • τα οικοσυστήματα όπου όλα συνυπάρχουν – φυτά, ζώα, νερό, έδαφος, κλίμα
    • τις σχέσεις ανάμεσα στους οργανισμούς αλλά και με το περιβάλλον τους

    Σύντομα καταλαβαίνεις ότι η βιοποικιλότητα δεν είναι ένας «κατάλογος ειδών», αλλά το πλέγμα της ζωής στο οποίο ανήκουμε όλοι. Η έκθεση δεν ωραιοποιεί: εστιάζει στις πιέσεις και τις απειλές – από την κλιματική αλλαγή μέχρι την υποβάθμιση των οικοτόπων – και σε καλεί σε έναν ήρεμο αλλά σαφή επαναπροσδιορισμό στάσης ζωής. Σε αυτόν τον πλανήτη, τίποτα δεν υπάρχει μόνο του.

    Από τις συλλογές σε νούμερα, σε μια ζωντανή εμπειρία

    Πέρα από τη νέα έκθεση, η επίσκεψη στο Μουσείο παραμένει μια πολυεπίπεδη βόλτα στον φυσικό κόσμο. Στις αίθουσες Φυσικής Ιστορίας, η χερσαία ζωολογία φέρνει τον επισκέπτη κοντά σε σπονδυλόζωα της Ελλάδας και του κόσμου: πουλιά σε αναπαραστάσεις βιοτόπων, θηλαστικά, θαλάσσιες χελώνες, Μεσογειακή φώκια, ερπετά και αμφίβια. Οι δεινόσαυροι έχουν τη δική τους δυναμική παρουσία, με τον Τρικεράτοπα να κυριαρχεί στο χώρο.

    Η βοτανική έκθεση σε βάζει στο μικροσκόπιο του φυτικού κόσμου: από το τρισδιάστατο φυτικό κύτταρο μέχρι τη μορφολογία των ανώτερων φυτών και τις έξυπνες προσαρμογές τους στο περιβάλλον. Στην εντομολογική συλλογή, πεταλούδες και έντομα της Ελλάδας και άλλων περιοχών του πλανήτη αποκαλύπτουν μια εξωφρενική ποικιλία σχημάτων και χρωμάτων.

    Στην υδροβιολογία, οι συλλογές κοχυλιών – πάνω από 120.000 δείγματα – αφηγούνται τη ζωή στις ελληνικές θάλασσες και στα νερά όλου του κόσμου. Η γεωλογία και η παλαιοντολογία φέρνουν στο προσκήνιο ορυκτά, πετρώματα και απολιθώματα από διαφορετικές γεωλογικές εποχές, μαζί με την περίφημη πανίδα του Πικερμίου και της Σάμου.

    Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί: χιλιάδες δείγματα σπονδυλόζωων, περίπου 40.000 δείγματα στην εντομολογική συλλογή, χιλιάδες γεωλογικά ευρήματα – και παράλληλα, μια βοτανική συλλογή 100.000 δειγμάτων στο Ερμπάριο, που καλύπτει τα είδη φυτών όλης της ελληνικής επικράτειας. Πίσω από τις προθήκες, εκτυλίσσεται μια τεράστια υποδομή επιστημονικής γνώσης.

    Κλιματική αλλαγή, μια έκθεση σε δεύτερο πρόσωπο

    Από το 2022, το Μουσείο έχει επενδύσει και σε ένα ακόμη κρίσιμο θέμα: την κλιματική κρίση. Η διαδραστική έκθεση «Κλιματική Αλλαγή και Εμείς» απευθύνεται κυρίως στους νέους – αλλά αφορά όλους. Σε 17 εκθεσιακούς σταθμούς, οι επισκέπτες εξερευνούν με απλό τρόπο πώς συνδέονται:

    • η ενέργεια που καταναλώνουμε
    • οι μεταφορές που επιλέγουμε
    • η παραγωγή τροφίμων
    • η χρήση του νερού
    • τα απορρίμματα και η ανακύκλωση
    • η επιστημονική έρευνα

    Το «εμείς» στον τίτλο δεν είναι τυχαίο: η έκθεση μιλάει για προσωπική ευθύνη, αλλά και για παγκόσμια συνθήκη.

    Η Σφαίρα – μια Γη που ζωντανεύει μπροστά σου

    Σημείο–ορόσημο του Μουσείου είναι η ημισφαιρική Γεώσφαιρα, ένας από τους μεγαλύτερους θόλους αυτού του τύπου στον κόσμο. Εδώ, με τη βοήθεια του προγράμματος Science on a Sphere του National Oceanic and Atmospheric Administration, οι επισκέπτες βλέπουν τη Γη να «αναπνέει» μέσα από πραγματικά δεδομένα: ωκεάνια ρεύματα, καιρικά φαινόμενα, κλιματικά σενάρια.

    Προβολές βίντεο, ειδικοί φωτισμοί και ηχητικά εφέ συνθέτουν μια εμπειρία που ξεπερνά την κλασική επίσκεψη σε μουσείο – μοιάζει περισσότερο με ένα μικρό ταξίδι στον πλανήτη μας, σε fast forward και rewind.

    Μουσείο–εργαστήριο & ανοιχτή κοινότητα

    Το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή δεν αρκείται στο να εκθέτει. Διαθέτει σύγχρονα εργαστήρια Οικολογίας Εδάφους, Ποιότητας Υδάτων και Βιοαναλυτικής, συμμετέχει σε ελληνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, συνεργάζεται με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και διεθνή δίκτυα.

    Παράλληλα, παραμένει πρωτοπόρο στην περιβαλλοντική εκπαίδευση στην Ελλάδα, με:

    • εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία, τόσο δια ζώσης όσο και διαδικτυακά
    • θεματικές εκθέσεις («Κλιματική Αλλαγή κι Εμείς», «Βιοποικιλότητα. Όλα συνδέονται»)
    • δράσεις για οικογένειες: εργαστήρια δημιουργικής απασχόλησης, «Σάββατο στο Μουσείο με ένα Βιβλίο», Summer Camp, e-kids
    • χριστουγεννιάτικα προγράμματα και ειδικές εκδηλώσεις

    Μέσα από τη Nature Team, μια ανοιχτή κοινότητα φίλων του Μουσείου, καλεί το κοινό να συμμετάσχει σε δράσεις στη φύση μαζί με τους επιστήμονές του – από εξορμήσεις παρατήρησης έως citizen science.

    Η Πρόεδρος του Μουσείου, Φαλή Βογιατζάκη, συνοψίζει τον νέο ρόλο του με μια φράση που αξίζει να σταθούμε:«Το Μουσείο μας είναι διαφορετικό από τα άλλα μουσεία. Διότι αυτό το Μουσείο σας ωθεί σε δράση στη μάχη για τη συντήρηση της ζωής στη Γη.»

    Τα «όπλα» του, όπως λέει, είναι η παραγωγή και η διάχυση γνώσης, αλλά και η αφύπνιση της ηθικής συνείδησης του ανθρώπου απέναντι σε έναν πλανήτη που δοκιμάζεται από την αλόγιστη ανθρώπινη δραστηριότητα και την κλιματική κρίση.

    Info:

    • Πού: Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή, Όθωνος 100, Κηφισιά
    • Έκθεση: «Βιοποικιλότητα. Όλα συνδέονται» (περιλαμβάνεται στο γενικό εισιτήριο)
    • Ωράριο: Δευτέρα–Παρασκευή: 09.00–16.00 | Σάββατο & Κυριακή: 10.00–15.00
  • Argini, αριστοκρατική διαμονή στην Ερμούπολη

    Argini, αριστοκρατική διαμονή στην Ερμούπολη


    Η πιο
    grande επιλογή της Σύρου, ένα αρχοντικό του 1853 με ιστορική καταγωγή, στο κέντρο της πόλης, σε προσκαλεί να ζήσεις την Ερμούπολη του 19ου αιώνα με σημερινές ανέσεις

    Η πιο αριστοκρατική διεύθυνση της Σύρου αυτή τη στιγμή λέγεται Argini – και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μοιάζει περισσότερο με ιδιωτικό αστικό μέγαρο παρά με ξενοδοχείο. Χτισμένο το 1853 για τον Γρηγόριο Πάικο, αγωνιστή του ’21 και μέλος της Φιλικής Εταιρείας –ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη και απέκτησε εννέα παιδιά– το σπίτι ήταν ένα από τα μεγάλα αρχοντικά της εποχής. Σήμερα είναι ένα διατηρητέο μνημείο, ένα από τα λίγα τέτοια σπίτια των Κυκλάδων που αποκαταστάθηκαν πλήρως και επανασυστήθηκαν ως ξενοδοχείο.  

    Από το αρχοντικό στο 5άστερο

    Η αποκατάσταση κράτησε τέσσερα χρόνια και έγινε με τη λογική «πρώτα σώζουμε το σπίτι, μετά βάζουμε τις παροχές». Η οικογένεια Πολυκρέτη κράτησε τις ξύλινες και μαρμάρινες σκάλες, τις οροφογραφίες και τοιχογραφίες 19ου αιώνα (αρκετές φιλοτεχνημένες από βενετούς καλλιτέχνες της εποχής), τις ψηλοτάβανες αίθουσες και τα αρχικά χωρίσματα, κι επάνω σε αυτά έστησε ένα απόλυτα σύγχρονο 5άστερο: 11 δωμάτια και σουίτες, διαφορετικού χαρακτήρα το καθένα, με μαρμάρινα μπάνια, ήσυχη παλέτα και θέα στον ιστορικό ιστό της Ερμούπολης.  

    Το πιο ωραίο εύρημα είναι κάτω: η παλιά στέρνα του σπιτιού μετατράπηκε σε wellness χώρο με χαμάμ, σάουνα και μικρή εσωτερική πισίνα, ένα μυστικό σημείο ευεξίας στο κέντρο της πόλης, προσβάσιμο μόνο από τους ενοίκους. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που συναντάς σε παλιά παλάτσο της Βενετίας και εδώ αποδόθηκε με απόλυτο σεβασμό στο προϋπάρχον κτήριο.  

    Ο Ποσειδώνας που φυλάει το σπίτι

    Ανάμεσα στις ζωγραφικές επιφάνειες ξεχωρίζει μια τοιχογραφία του Ποσειδώνα –σύμφωνα με την τοπική αφήγηση, ο θεός της θάλασσας «έδιωχνε τα κακά πνεύματα» από το σπίτι. Είναι μια ωραία λεπτομέρεια που δένει το αστικό με το νησιώτικο: ένα νεοκλασικό σπίτι που εξακολουθεί να ζητά προστασία από τον θαλασσινό κόσμο.

    Τοποθεσία: Vaporia, δηλαδή Σύρος στα κάλλη της

    Το Argini βρίσκεται στην καρδιά της Ερμούπολης, στην περιοχή Βαπόρια, εκεί όπου ζούσαν οι καπεταναίοι και οι πλούσιοι έμποροι – σήμερα είναι η πιο πολυφωτογραφημένη γειτονιά του νησιού, με τα νεοκλασικά πάνω στα βράχια και τα Αστέρια στα 300 μ. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις ολόκληρη την εμπειρία Ερμούπολης με τα πόδια.

    11 δωμάτια – 11 ιστορίες

    Τα δωμάτια δεν είναι «ίδια με άλλο όνομα». Κάποια έχουν παρισινή αίσθηση, με ψηλές πόρτες και γύψινα, άλλα είναι πιο ρομαντικά, με τοιχογραφίες, κι άλλα πιο καθαρά-μοντέρνα για όποιον θέλει λιγότερη διακόσμηση. Όλα όμως κρατούν το ύψος και τον αέρα του 1853 και παντρεύουν το παλιό με design έπιπλα και διακριτικό φωτισμό. Στα περισσότερα βλέπεις και το παιχνίδι με τις αρχικές οροφογραφίες που έχουν καθαριστεί ή αποκαλυφθεί.  

    Γαστρονομία και σημερινή προβολή

    Το Argini έχει δικό του εστιατόριο Elexis και bar με θέα, με κουζίνα που πατά σε μεσογειακή/συριανή βάση αλλά κινείται στη λογική του contemporary hotel dining – δηλαδή μπορείς να μείνεις «μέσα» και να μην χάσεις γεύση. Προσφέρει και vegan/vegetarian/gluten-free επιλογές, κάτι που το κάνει πιο δελεαστικό για διεθνές κοινό που επισκέπτεται τη Σύρο για πολιτισμό ή για συνέδρια.  

  • Πως να πακετάρετε βαλίτσα για τις αποδράσεις στο βουνό: Layering και Glamour (ναι, ταυτόχρονα!)

    Πως να πακετάρετε βαλίτσα για τις αποδράσεις στο βουνό: Layering και Glamour (ναι, ταυτόχρονα!)


    Ένας πρακτικός οδηγός packing, ώστε να είστε έτοιμοι για τα όλα, από το περπάτημα σε ένα μονοπάτι μέχρι το πιο gourmet δείπνο!

    Έχω χάσει το μέτρημα με τις φορές που έχω πακετάρει λάθος για χειμερινή απόδραση. Μία φορά εμφανίστηκα στο βουνό με «χαριτωμένα» city sneakers και χωρίς ισοθερμικό… και πέρασα το μισό Σαββατοκύριακο να ξεπαγιάζω, να γλιστράω στα λιθόστρωτα και να ονειρεύομαι χοντρές κάλτσες.

    Τα βουνά, οι λίμνες και οι χειμωνιάτικες πόλεις έχουν το δικό τους dress code. Η βαλίτσα για έναν χειμερινό προορισμό είναι ένα μικρό fashion project που πρέπει να παντρεύει ζεστασιά και στιλ (και ίσως ένα μαγιό, γιατί ποτέ δεν ξέρεις!).

    Η Φιλοσοφία του “Κρεμμυδιού” (Layering)

    Στην Ελλάδα, το πρωί μπορεί να έχει -5°C και το μεσημέρι, στον ήλιο, να φτάσει τους 12°C. Το μυστικό είναι: τα layers σώζουν ζωές (και τη βαλίτσα σας από το να ξεχυλίσει).

    Για να ντυθείτε σωστά στο κρύο, σκεφτείτε το ντύσιμο σε… στρώματα.

    1. Η Βάση (Base Layer)
    Ξεκινάμε από τα «αόρατα» αλλά σωτήρια: ισοθερμικά (ένα ή δύο σετ) και T-shirts ή μακρυμάνικα. Είναι τα ρούχα που κανείς δεν βλέπει, αλλά εσάς σας σώζουν, μην τα υποτιμάτε!

    2. Η Μόνωση (Mid Layer)
    Πάνω από τη βάση, έρχεται η μόνωση: fleece, χοντρά μάλλινα πουλόβερ, ζακέτες και hoodies. Καλό είναι να επιλέξετε ένα-δύο χοντρά κομμάτια σε ουδέτερα χρώματα (γκρι, μπεζ, μαύρο) ώστε να ταιριάζουν με όλα και να μην χρειάζεται να κουβαλήσετε όλη τη ντουλάπα.

    3. Το Εξωτερικό Layer (Outer Layer)
    Είναι το στρώμα που σας προστατεύει από τα στοιχεία της φύσης: ένα αδιάβροχο/αντιανεμικό μπουφάν και ένα ζεστό παλτό για την πόλη ή τις βραδινές εξόδους. Το μπουφάν του σκι κάνει άνετα και για πεζοπορία – δεν χρειάζεστε τρία παλτά, ένα καλό φτάνει!

    4. Παντελόνια & Φούστες (Bottoms)

    Στο βουνό η βάση είναι ένα ζεστό, άνετο παντελόνι. Ένα–δύο τζιν με λίγο stretch και ένα τεχνικό/ορειβατικό παντελόνι (για πεζοπορία ή χιόνι) αρκούν. Αν αγαπάτε τις φούστες, φορέστε τες με χοντά καλσόν ή ισοθερμικά κολάν από μέσα – ιδανικά με μπότες μέχρι το γόνατο. Το ζητούμενο είναι να μπορείτε να περπατάτε άνετα χωρίς να παγώνετε, αλλά να αισθάνεστε και «ντυμένοι» για το βράδυ. Ένα πιο «καλό» παντελόνι σε ίσια γραμμή (cigarette, δερμάτινο ή τύπου culotte) καλύπτει όλες τις dinner-ready εμφανίσεις.

    Η αυτοκρατορία της μπότας

    Οι influencers συμφωνούν: Μόνο ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα (και μόνο για το δείπνο). Η ελληνική επαρχία έχει πέτρινες πλατείες και ιστορικά λιθόστρωτα που δεν συμπαθούν τις λεπτές σόλες.

    • Για τις Βόλτες: Άνετα μποτάκια με καλή σόλα (αντιολισθητική) ή Hiking Sneakers. Πρέπει να είναι αδιάβροχα (για τις λίμνες ή την ομίχλη).
    • Για Σκι/Πεζοπορία: Ειδικές ορειβατικές μπότες (αν κάνετε σοβαρή πεζοπορία) ή Ski Boots (αν πάτε για σκι). Tip: Αν δεν έχετε δικά σας, νοικιάστε τα εκεί. Η βαλίτσα σας θα σας ευγνωμονεί.
    • Για το Βράδυ: Ένα ζευγάρι κομψά μποτάκια ή μοκασίνια (χωρίς τακούνι) που να φοριούνται άνετα και να είναι ζεστά.

    Ski & Hiking Essentials

    Αν το πρόγραμμά σας περιλαμβάνει δράση, φροντίστε για τα ακόλουθα:

    • Αξεσουάρ: Σκούφος, γάντια (αδιάβροχα αν κάνετε σκι) και ένα ζεστό κασκόλ/Λαιμουδιέρα. Μειώνουν την απώλεια θερμότητας στο 70%!
    • Κάλτσες: Μάλλινες/Ισοθερσμικές κάλτσες πεζοπορίας/σκι (και φροντίστε να μην είναι πολύ σφιχτές στις μπότες σας).
    • Αντηλιακό & Γυαλιά Ηλίου: Μην γελιέστε από το κρύο! Ο ήλιος στο βουνό (ιδίως αν υπάρχει χιόνι) καίει. Τα γυαλιά ηλίου είναι απαραίτητα.

    To tip για λίγο glamour στο βουνό (Dinner-Ready)

    Ένα από τα ωραιότερα κομμάτια μιας χειμερινής ελληνικής απόδρασης είναι το ωραίο δείπνο σε έναν πέτρινο ξενώνα με τζάκι. Δεν χρειάζεστε επίσημο φόρεμα, αλλά κάτι που να αναβαθμίζει το look σας γρήγορα.

    Το μυστικό: Μαύρο ζιβάγκο (ή ένα κομψό πουλόβερ) + Δερμάτινο παντελόνι/Παντελόνι σε γραμμή Cigarette + Ένα statement κόσμημα (π.χ. μεγάλα σκουλαρίκια ή ένα ιδιαίτερο κολιέ).

    Άνετο, ζεστό και ταυτόχρονα κομψό, ώστε να απολαύσετε τοπικές λιχουδιές (όπως αγριογούρουνο ή πίτες) με στιλ.

    Τελευταία Συμβουλή

    Μην ξεχάσετε το φορτιστή σας, έναν εξωτερικό φορτιστή (power bank) (το κρύο σκοτώνει τις μπαταρίες!) και ίσως ένα μικρό μπουκάλι κρασί από τον προορισμό σας για το πρώτο ποτήρι μπροστά στο τζάκι, πριν ανακαλύψετε τις τοπικές ποικιλίες. Καλή απόδραση!

  • Χριστούγεννα στο Βουνό  

    Χριστούγεννα στο Βουνό  

    Για όσους ονειρεύονται γιορτές με τζάκια που καίνε, ζεστό κρασί, μυρωδιά από έλατο και –αν είστε τυχεροί– νιφάδες χιονιού έξω από το παράθυρο, αυτοί είναι οι πιο ταιριαστοί ορεινοί προορισμοί για Χριστούγεννα ορεινλες αποδράσεις στην Ελλάδα

    Αράχωβα & Δελφοί (Στερεά Ελλάδα)

    Γιατί: Ο πιο κοσμοπολίτικος χειμερινός προορισμός. Το «χωριό» για τους μυημένους και «το βουνό» για το οργανωμένο χιονοδρομικό του Παρνασσού, συνδυάζει πολυτελή διαμονή, έντονη νυχτερινή ζωή και γραφικά σοκάκια με πέτρινα σπίτια. Η κοντινή απόσταση από την Αθήνα το κάνει ιδανική απόδραση της τελευταίας στιγμής.

    Τι να κάνετε: Σκι ή snowboard στο Χιονοδρομικό Κέντρο Παρνασσού, βόλτες στην κεντρική ανηφόρα για shopping (φλοκάτες, τοπικά προϊόντα, φορμαέλα, τσίπουρο), φαγητό σε ταβέρνες και hotel-restaurants με δημιουργική κουζίνα και βραδινό clubbing. Μην παραλείψετε μια ημερήσια εκδρομή στους Δελφούς για μια δυνατή δόση ιστορίας και θέας.

    Καρπενήσι & Ευρυτανία (Στερεά Ελλάδα)

    Γιατί: Ένας από τους πιο αυθεντικούς ορεινούς προορισμούς, για όσους θέλουν να αποφορτιστούν από τους ρυθμούς της πόλης. Αλπικό τοπίο με έλατα, ορμητικά ποτάμια, πέτρινα χωριά και κουκλίστικους ξενώνες στα 1.000 μέτρα υψόμετρο.

    Τι να κάνετε: Σκι ή snowboard στο Χιονοδρομικό Κέντρο Βελουχίου, διαδρομή από το Καρπενήσι μέχρι τον Προυσό με στάσεις στο φαράγγι, στο μοναστήρι της Προυσιώτισσας και στη «Μαύρη Σπηλιά». Για τους πιο δραστήριους, rafting και άλλες outdoor δραστηριότητες, όπως η εξαιρετικής ομορφιάς βαρκάδα στη λίμνη Κρεμαστών, πριν επιστρέψετε σε ταβέρνες με τοπικά κρέατα, τσιπουρομεζέδες και ζεστά τζάκια.

    Πήλιο (Θεσσαλία)

    Γιατί: «Ολύμπια» ζωγραφιά από άκρη σε άκρη. Διαδρομές με στροφές μέσα σε οξιές, έλατα, καστανιές και μηλιές, ρυάκια που κυλούν δίπλα στον δρόμο και 24 χωριά–στολίδια, από τις αρχοντικές Πινακάτες μέχρι την ατμοσφαιρική Τσαγκαράδα. Παλιές πέτρινες κατοικίες, αρχοντικά του 18ου–19ου αιώνα και πλατείες με υπεραιωνόβιους πλατάνους θυμίζουν την εποχή που το Πήλιο άνθιζε χάρη στα φρούτα, το μετάξι και το εμπόριο και σήμερα ξαναγεννιέται μέσα από την προσεγμένη φιλοξενία.

    Τι να κάνετε: Στάση στις Πινακάτες για πλατεία με τον 500 χρόνων πλάτανο, καφέ και γλυκό, βόλτα σε εργαστήρια κεραμικής και γεύμα σε ταβερνάκια με θέα τον Παγασητικό. Στην Τσαγκαράδα, περπάτημα στα καλντερίμια ανάμεσα σε αρχοντικά και κρήνες, φωτογραφίες κάτω από τον χιλιόχρονο πλάτανο και εξερεύνηση των τεσσάρων συνοικιών της. Για τους φυσιολάτρες, πεζοπορικές διαδρομές από Μηλιές προς Τσαγκαράδα και Νταμούχαρη, μονοπάτια μέσα σε δάση οξιάς και μια στάση στο «τρενάκι του Πηλίου» για να δείτε γέφυρες, σήραγγες και τοπίο που αλλάζει συνεχώς ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα.

    Ζαγοροχώρια (Ήπειρος)

    Γιατί: Για μια πιο ήσυχη, αυθεντική απόδραση σε 46 πέτρινα χωριά, από το Μεγάλο Πάπιγκο μέχρι τη Βίτσα και το Τσεπέλοβο. Πέτρινα αρχοντικά, τοξωτά γεφύρια, καμινάδες που καπνίζουν και η αίσθηση ότι βρίσκεσαι «μακριά από τις ενοχλήσεις του πολιτισμού» κάνουν το Ζαγόρι ιδανικό για όσους θέλουν φύση, ατμόσφαιρα και ζεστούς ξενώνες.

    Τι να κάνετε: Πεζοπορία στο φαράγγι του Βίκου, βόλτα από την Αρίστη προς τα δίδυμα Πάπιγκα και τις φυσικές κολυμπήθρες στο Ρογκοβό, στάσεις σε Βίτσα, Μονοδένδρι και Καπέσοβο για θέα, καφενεία, γλυκά του κουταλιού και τοπικές νοστιμιές. Για πιο δραστήριους, off-road διαδρομές με 4×4, rafting και πεζοπορίες προς τη Δρακόλιμνη, με αφετηρία τα χωριά του Ζαγορίου και το κέντρο ενημέρωσης της WWF στο Μικρό Πάπιγκο.

  • Η φάβα της Σχοινούσας, μια ιστορία από χώμα και αλάτι

    Η φάβα της Σχοινούσας, μια ιστορία από χώμα και αλάτι


    Από την αυτάρκεια των παλιών καλλιεργητών στη σύγχρονη φάβα των Κυκλάδων: Πώς ένας μικρός σπόρος σε ένα νησί 150 μόνιμων κατοίκων έγινε μοχλός ταυτότητας, ανθεκτικότητας και προστιθέμενης αξίας για ολόκληρο τον τόπο

    Το καράβι αφήνει πίσω του τη Νάξο και γλιστράει προς τις Μικρές Κυκλάδες. Στη μέση σχεδόν του πουθενά, ανάμεσα στην Αμοργό και τα Κουφονήσια, εμφανίζεται η Σχοινούσα: εννιά τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, τρεις μικροί οικισμοί, δεκαπέντε παραλίες, όλα σε απόσταση περπατήματος.

    «Το νησί το έφτιαξαν Αμοργιανοί, στα τέλη του 1800», μου λέει ο Μανώλης Κωβαίος ο άνθρωπος που συνέβαλε στην αναβίωση μιας από τις πιο διάσημες και νόστιμες φάβες του Αιγαίου, της φάβας Σχοινούσας. «Οι παλιοί ήρθαν με καΐκια, κουβάλησαν μαζί τους ζώα, λίγα πράγματα, σπόρους και πολλή υπομονή. Η γη ήταν πάντα το πρώτο κεφάλαιο: μέχρι τη δεκαετία του ’70 η Σχοινούσα ζούσε σχεδόν αποκλειστικά από τα χωράφια, το κριθάρι, λίγα ζαρζαβατικά «για το σπίτι» και από ό,τι έδινε η γη σε κάθε οικογένεια.

    Μέσα σε αυτό το μικρό, αυστηρό αγροτικό σύμπαν γεννήθηκε και η φάβα Σχοινούσας. Ένας σπόρος που ήρθε με τους πρώτους οικιστές, πιθανότατα εξαφέλφη της ποικιλίας που καλλιεργούσαν και στην Αμοργό, το ψυχανθές «κατσούνι» (Pisum sativum). Καλλιεργούνταν σε ένα–δυο στρέμματα κάθε οικογένειας, μαζί με το κριθάρι, το οποίο μέχρι τη δεκαετία του ΄80 προοριζόταν για τη μπύρα Fix (την παλιά ελληνική εμφυλάλωση).

    Δεν ήταν προϊόν αγοράς, ήταν μέρος της αυτάρκειας· κάτι που φυλαγόταν σε πάνινες σακούλες στα σπίτια, δημιουργώντας μια παράδοση κι ένα προϊόν που έθρεψε γενιές, και μια καλλιέργεια που περνούσε από γενιά σε γενιά, όπως περνούν τα οικογενειακά μυστικά.

    Από το παρελθόν στο πιάτο

    Ο Μανώλης ανήκει σε εκείνη τη γενιά που πρόλαβε τις εικόνες με τα γαϊδουράκια στα αλώνια. «Θυμάμαι από πιτσιρίκος να γυρίζουν γύρω-γύρω, να σπάνε τα φυτά και μετά να φυσάμε το άχυρο για να μείνει ο σπόρος», μου λέει. Κάπου στη διαδρομή, η φάβα άρχισε να εγκαταλείπεται· τα παιδιά έφευγαν για την Αθήνα, ο τουρισμός σήκωνε κεφάλι, τα χωράφια έμεναν πίσω. Μέχρι που ήρθε η στιγμή που ο ίδιος αποφάσισε να κάνει κάτι που τότε ακουγόταν σχεδόν τρελό: να ξαναπάρει τον σπόρο στα χέρια του.

    «Ξεκίνησα με πενήντα κιλά σπόρο του πατέρα μου το 2006», μου λέει. «Το 2007 κάναμε το πρώτο “αλώνισμα” στο χωράφι και είπα: ή θα το αφήσουμε να χαθεί, ή θα το πάμε όσο πάει». Το «όσο πάει» τελικά πήγε πολύ μακριά: η φάβα Σχοινούσας ταξίδεψε σε γιορτές, φεστιβάλ, εκθέσεις, πήρε το πρώτο βραβείο στη γιορτή Τσελεμεντέ στη Σίφνο, κι όταν εμφανίστηκε στην EXPOTROF του 2014, πολλοί μίλησαν για την «άλλη» φάβα των Κυκλάδων.

    Άλλη, γιατί είναι φτιαγμένη αλλιώς. Η ποικιλία δεν έχει καμία σχέση με το λαθούρι της Σαντορίνης· είναι άλλο φυτό, άλλη υφή, άλλη συμπεριφορά στο μαγείρεμα. «Είναι σαν να συγκρίνεις πουρέ πατάτας με πουρέ καρότου», μου λέει ο Μανώλης, και πράγματι έτσι είναι: η φάβα της Σχοινούσας είναι πιο απαλή, πιο γλυκιά, πιο ανοιχτόχρωμη. Στο πιάτο έχει έντονο, ηλιόλουστο κίτρινο χρώμα και μια γεύση που θυμίζει περισσότερο τρυφερό αρακά παρά κλασικό όσπριο. Και το πιο εντυπωσιακό; Έχει αυτή τη σχεδόν μαγική ικανότητα να ρουφάει το λάδι αντί να το διώχνει, να το ενσωματώνει σαν να ήταν μέρος της ίδιας της ψίχας της.

    Η αιτία δεν είναι μόνο λόγω ποικιλίας. Είναι και το ίδιο το νησί. Η Σχοινούσα είναι χαμηλή, με γήινους λόφους και χωράφια που κατηφορίζουν ως τις παραλίες, χωρίς ψηλά βουνά να κρατούν τα σύννεφα. Οι βροχές είναι λίγες, οι νότιοι άνεμοι μαλακοί, το χώμα φτωχό αλλά στρατηγικά στραγγερό — ιδανικό για ένα φυτό που δεν αγαπά την πολλή υγρασία.

    «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι όταν δεν βρέχει καθόλου. Τα τελευταία χρόνια παίζουμε κάθε χειμώνα στο στοίχημα με τον καιρό», λέει θίγοντας το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.

    Κι όμως, παρά το σκληρό κλίμα, το νησί παραμένει κατά βάση αγροτικό. Σε αντίθεση με τα Κουφονήσια, που στράφηκαν κυρίως στην αλιεία και μετά στον τουρισμό, η Σχοινούσα κρατά ακόμη γερά την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία ως βασική ασχολία των λίγων —γύρω στους 150— μόνιμων κατοίκων της.

    Η άνοιξη, τα χωράφια, η φάβα

    Γι’ αυτό κι όταν περπατάς το Μάρτη στους χωματόδρομους που ενώνουν τη Χώρα με τη Μεσαριά, βλέπεις περισσότερα χωράφια παρά σπίτια. Ο τόπος μοιάζει να σου λέει ότι εδώ η γη δεν είναι ντεκόρ· είναι πρωταγωνίστρια.

    Αν θέλεις να γνωρίσεις πραγματικά τη φάβα, δεν θα έρθεις Αύγουστο. Τον Αύγουστο οι παραλίες —Τσιγκούρι, Λιβάδι, Φύκιο— είναι το κέντρο της ζωής, τα ταβερνάκια γεμίζουν με παρέες, τα καΐκια κόβουν βόλτες γύρω από τους όρμους.

    Την άνοιξη είναι που τη ζεις ολόκληρη: Μάρτιο και Απρίλιο, αν έχουν έρθει οι βροχές, τα χωράφια ντύνονται με μοβ άνθη, τα φυτά είναι στο peak τους, οι άνθρωποι έχουν ακόμα χρόνο να κάτσουν μαζί σου στην άκρη του χωραφιού και να πουν την ιστορία τους.

    Ο Μανώλης δε βαριέται να μιλάει για το προϊόν που επανασύστησε και ξεκινώντας με ρομαντική διάθεση κατάφερε να αναγεννήσει την καλλιέργεια και τον τόπο του, πείθοντας κι άλλους να επενδύσουν σε ένα κοινό όραμα.  «Πρέπει να μπορείς να ζήσεις κι από τη γη, όχι μόνο από τα δωμάτια. Όταν έχεις να προσφέρεις ένα προϊόν του τόπου σου, αυτό δίνει μια ταυτότητα.  Επίσης, έχεις κάποια χρήματα στη τσέπη σου, από την παραγωγή, δεν περιμένεις μόνο τον τουρισμό για να ζήσεις».

    Κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι η ιστορία της φάβας της Σχοινούσας δεν είναι μια ακόμα ωραία αφήγηση «γαστρονομικού προορισμού». Είναι μια μικρή, αληθινή πράξη αντίστασης απέναντι στην ευκολία: να επιμένεις σε κάτι τόσο απαιτητικό σε δουλειά, σε φροντίδα, σε καιρό, μόνο και μόνο επειδή αξίζει.

    Κάπου ανάμεσα στην άνοιξη και στο καλοκαίρι, το τελευταίο Σάββατο του Ιουνίου, στήνεται η Γιορτή της Φάβας. Η πλατεία γεμίζει τραπέζια, οι κατσαρόλες μπαίνουν σε σειρά και μπάλος ανοίγει το γλέντι από νωρίς. Έρχονται κόσμοι από τα γύρω νησιά, από τη Νάξο, τη Δονούσα, την Ηρακλειά· κάποιοι επιστρέφουν απ’ την Αθήνα μόνο και μόνο για αυτή τη βραδιά. Είναι η στιγμή που το νησί θυμάται με συλλογικό τρόπο ότι η πρωτογενής παραγωγή δεν είναι απλώς ένας τομέας της οικονομίας, αλλά η ίδια του η ταυτότητα.

    Ταβέρνες και γεύσεις

    Όποια εποχή και να έρθεις στη Σχοινούσα, η ερώτηση παραμένει ίδια: «Πού τρώμε την καλύτερη φάβα;».  

    Στην ταβέρνα Μπιζέλι, λίγο έξω από τη Χώρα, η φάβα σερβίρεται όπως πρέπει: ζεστή, βελούδινη, με λίγο παραπάνω λάδι που εξαφανίζεται μέσα στην κρέμα πριν προλάβεις να βουτήξεις το ψωμί.

    Στον Βράχο, πάνω από το Τσιγκούρι, το ίδιο πιάτο συνοδεύεται από θέα σε μια παραλία που με απαλό μπλε, ανοιχτόχρωμη άμμο και δυο–τρία δέντρα για σκιά.


    Το Ντελή, ανοιχτό από τα τέλη Μαρτίου, σε φιλοξενεί σερβίροντας πιάτα, δίπλα στους ντόπιους που έρχονται από το χωράφι με το χώμα στα παπούτσια τους.

    Screenshot

    Και βέβαια η Κυρά Ποθητή, στη Χώρα, το μαγαζί που κουβαλά ολόκληρη την οικογενειακή ιστορία της φάβας: της μητέρας του Μανώλη Κωβαίου, με την επόμενη γενιά να συνεχίζει σήμερα με δημιουργικές, αλλά βαθιά ριζωμένες στη γεύση του τόπου, συνταγές.

    Στις ταβέρνες της Σχοινούσας θα δοκιμάσεις φάβα «παντρεμένη» με καραμελωμένα κρεμμύδια από πάνω, που της δίνουν γλύκα και βάθος. Στο διπλανό τραπέζι σερβίρονται φαβοκεφτέδες — αφράτοι, με μάραθο, θρούμπι και μια υπαινικτική δόση κύμινου.

    Screenshot

    Φεύγοντας, παίρνω μαζί μου δυο σακουλάκια φάβα και λίγη σκόνη χώματος στα παπούτσια. Ξέρω ότι όταν ανοίξω το ένα σακουλάκι στο σπίτι και βάλω τη φάβα να σιγοβράζει, θα ξανάρθει μπροστά μου εκείνο το λιτό χωράφι του Μαρτίου με τα μοβ ανθάκια, ο ήχος από το παλιό αλώνι, το γέλιο του Μανώλη όταν μιλά για τον σπόρο «σαν να είναι παιδί του».

    Και κάπως έτσι, σε ένα βαθύ πιάτο χρυσαφένιο πουρέ με λίγο λάδι από πάνω, η Σχοινούσα θα συνεχίσει να αποκαλύπτεται — κάθε φορά από την αρχή.

  • Bungalow 7, Design, γεύση και τέχνη στη Ριβιέρα

    Bungalow 7, Design, γεύση και τέχνη στη Ριβιέρα

    Ένας αφοπλιστικά καλαίσθητος προορισμός στη Γλυφάδα, όπου η διακριτική πολυτέλεια, το φαγητό, η μουσική και η σύγχρονη τέχνη συνθέτουν έναν χώρο που αναδεικνύει εξίσου τη γεύση, το design και το κοσμοπολίτικο πνεύμα της Αθηναϊκής Ριβιέρας

    Μπαίνεις στον χώρο και, σχεδόν πριν προλάβεις να τον επεξεργαστείς  νιώθεις την ηρεμία. Η θέα της θάλασσας απλώνεται πίσω από τα μεγάλα τζάμια, το φως γλιστρά πάνω στο ξύλο και στις μαρμάρινες επιφάνειες, και για λίγο έχεις την αίσθηση ότι η πόλη μένει πίσω.

    Με αναφορές στην αίγλη και την κομψότητα των μέσων του 20ού αιώνα, το Bungalow 7 επανασυστήνει το εμβληματικό σημείο των «Αστεριών» Γλυφάδας σε νέα ανάγνωση της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

    Καθώς διασχίζεις την είσοδο, το βλέμμα πέφτει πρώτα στο βάθος, εκεί όπου η γραμμή του Σαρωνικού γίνεται σκηνικό για όλον τον χώρο. Στα επόμενα βήματα, ένα επιβλητικό τζάκι στο φουαγιέ σε σταματά για λίγο, πριν οδηγηθείς στο μεγάλο μαρμάρινο bar, ντυμένο με ξύλο και σκούρο πλακάκι, με μια σχεδόν μυστηριώδη ατμόσφαιρα.

    Ο χώρος είναι γεμάτος μικρές «στάσεις»: τραπεζάκια για δύο δίπλα στη θάλασσα, στρογγυλά τραπέζια για παρέες στο κέντρο, πιο κρυφές γωνιές για κρασί, αλλά και το avant–garde Bedroom με τους καναπέδες–κρεβάτια για πιο θεατρικές αφίξεις. Όπου κι αν καθίσεις, υπάρχει η αίσθηση ότι ανακαλύπτεις κάτι – μια λεπτομέρεια design, ένα έργο τέχνης, μια αλλαγή στο φως.

    Μια σύγχρονη παραθαλάσσια βίλα

    Το Bungalow 7, στο ιστορικό συγκρότημα των «Αστεριών», μοιάζει με σύγχρονη παραθαλάσσια βίλα που πατά γερά στον μοντερνισμό. Σε περίπου 2.000 τ.μ., οι κλειστοί και οι ημιυπαίθριοι χώροι ξεδιπλώνονται σαν διαδοχικά δωμάτια με μεγάλα ανοίγματα, φεγγίτες και τζαμαρίες που φέρνουν τον Σαρωνικό κυριολεκτικά στο τραπέζι. Καθαρές γραμμές, απλές φόρμες και μια αίσθηση συνέχειας μέσα–έξω δίνουν τον τόνο.

    Οι λεπτομέρειες των υλικών είναι αυτές που σε κερδίζουν σιγά-σιγά: ξύλο στους τοίχους και στις οροφές, μάρμαρο στο δάπεδο και στο bar, επιχρίσματα με ανάγλυφες υφές, γήινες αποχρώσεις, χαλιά–«νησίδες» που ορίζουν μικρά καθιστικά.

    Τα ρετρό έπιπλα, σχεδιασμένα αποκλειστικά για το Bungalow 7 και ντυμένα με βελούδινα υφάσματα, βάζουν την απαλή πινελιά του glam – όχι κραυγαλέο, αλλά από αυτό που το νιώθεις όταν κάθεσαι.

    Design και τέχνη σε διάλογο

    Η τέχνη έχει κι αυτή τον δικό της ρόλο: ένα υφαντό των The Callas (Λάκης και Άρης Ιωνάς) σε υποδέχεται πάνω από τον καναπέ στην είσοδο, το εμβληματικό Eye Iris του Marc Quinn ανοίγει το μάτι προς τη θάλασσα, ενώ έργα της Στέλλας Καπεζάνου και του Nick Thomm δίνουν χρώμα και αφήγηση σε διαφορετικές γωνιές – ακόμη και στο μπάνιο.

    Πάνω από το μεγάλο κοινόχρηστο τραπέζι, τα εμβληματικά VP Globe pendants της Verpan αιωρούνται σαν διάφανες σφαίρες φωτός, φιλτράροντας το φως του ηλίου τη μέρα και το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος το βράδυ.

    Κοσμοπολίτικη κουζίνα με μεσογειακή ψυχή

    Το στυλ της κουζίνας στο Bungalow 7 είναι κοσμοπολίτικο – όχι με την έννοια της χλιδής, αλλά με την έννοια του ανοιχτού, ταξιδεμένου γούστου. Πολλές διαφορετικές επιρροές «συνομιλούν» στο πιάτο, όμως η βάση παραμένει βαθιά μεσογειακή: καλό ελαιόλαδο, φρέσκα λαχανικά, μυρωδικά και ψάρια. Το ασιατικό touch κάνει διακριτικά την εμφάνισή του σε σάλτσες, μαρινάδες και τεχνικές, δίνει ένταση και φρεσκάδα, χωρίς να επισκιάζει τις οικείες γεύσεις. Το sushi menu συμπληρώνει ιδανικά αυτή τη λογική, με προτάσεις που στηρίζονται στο φρέσκο ψάρι και «παίζουν» με μεσογειακά αρώματα.

    Ο σεφ Ντίνος Φωτεινάκης, με τον νεανικό του δυναμισμό και την ακλόνητη αφοσίωσή του, εμποτίζει κάθε πιάτο με φινέτσα, τεχνική ακρίβεια και δημιουργικό βλέμμα. Με προϋπηρεσία στη «Σπονδή» δίπλα στον Jérôme Serres και στη συνέχεια στη Μύκονο, στο Bill & Coo, φέρνει μαζί του υψηλή τεχνογνωσία, αλλά και την άνεση που ταιριάζει σε ένα παραθαλάσσιο all–day χώρο.

    Το μενού κινείται στην ίδια λογική: πιάτα σχεδιασμένα με λεπτότητα και συνέπεια, όπου οι ωραίες τεχνικές και οι άρτιες εκτελέσεις επιβεβαιώνουν το έμπειρο χέρι του σεφ. Στο brunch πρωταγωνιστούν δημιουργικά πιάτα αυγών, χορταστικά sandwiches, αφράτες ζύμες και δροσερά bowls, ιδανικά για να μοιραστούν στο τραπέζι. Στο βασικό μενού, φρέσκες σαλάτες, comfort ζυμαρικά, προσεγμένα πιάτα ψαριού και κρέατος αλλά και προτάσεις για όσους προτιμούν κάτι πιο ελαφρύ, συνθέτουν μια κουζίνα που σε καλεί να δοκιμάσεις, να μοιραστείς και να επιστρέψεις.

    Μικρή απόδραση μέσα στην πόλη

    Είτε έρχεσαι για ένα αργό brunch που καταλήγει σε απογευματινό κοκτέιλ, είτε για δείπνο την ώρα που ο ήλιος βουτά στον Σαρωνικό, το Bungalow 7 λειτουργεί σαν μικρή απόδραση μέσα στην πόλη. Είναι από τα μέρη όπου θέλεις να φτάσεις λίγο νωρίτερα, για να προλάβεις να χαζέψεις τον χώρο, τα έργα τέχνης, τις λεπτομέρειες – και να φύγεις λίγο αργότερα, όταν η μουσική χαμηλώνει και το φως γίνεται πιο ζεστό.

    Info
    Τρίτη–Παρασκευή | 10.00–23.30
    Σαββατοκύριακο | 09.00–23.30
    Brunch / Μεσημεριανό | 10.00–17.00

    Λεωφ. Ποσειδώνος 110, 16675 Γλυφάδα, Αθήνα
    Τηλ. 211 1907001 • info@asteriaglyfada.gr

  • Τάρτα με αχλάδια και γαλλική προέλευση

    Τάρτα με αχλάδια και γαλλική προέλευση

    Ένα κλασικό παριζιάνικο γλυκό με αχλάδια και αμύγδαλο, κατευθείαν από τη Rue Bourdaloue στο σπίτι σας

    Υπάρχουν γλυκά που δεν έχουν μόνο συνταγή, έχουν… διεύθυνση. Η Tarte Bourdaloue ανήκει σε αυτή την κατηγορία: γεννήθηκε σε ένα ζαχαροπλαστείο της Rue Bourdaloue, κοντά στην Όπερα, στο 9ο διαμέρισμα του Παρισιού, γύρω στα 1850–1860. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ξέρουμε ακριβώς τον δρόμο, δεν συμφωνούν όλοι για τον δημιουργό της∙ άλλα γαλλικά κείμενα αναφέρουν έναν Nicolas Bourgoin, άλλα έναν pâtissier ονόματι Fasquelle.  

    Ακόμα πιο άγνωστο είναι ότι η αυθεντική Bourdaloue δεν είχε καν αχλάδια. Ήταν ένα γλυκό με βερύκοκα βυθισμένα σε frangipane και, από πάνω, θρυμματισμένα μακαρόν σε σχήμα σταυρού – μικρός φόρος τιμής στον πασίγνωστο ιησουίτη ιεροκήρυκα Louis Bourdaloue, από τον οποίο πήρε το όνομά της και η ίδια η Rue Bourdaloue. Όταν τελείωνε η σεζόν των βερίκοκων, οι ζαχαροπλάστες άρχισαν να τα αντικαθιστούν με αχλάδια, που κρατούν πολύ περισσότερο, κι έτσι γεννήθηκε η εκδοχή που σήμερα θεωρούμε «κλασική»: τάρτα με βουτυρένια pâte sablée, κρέμα αμυγδάλου και ποσαρισμένα αχλάδια.  

    Κι εδώ έρχεται η πιο απροσδόκητη λεπτομέρεια: στη γαλλική ιστορία υπάρχει κι ένα άλλο αντικείμενο που λέγεται bourdaloue – ένα μικρό, κομψό επίχρυσο ή πορσελάνινο δοχείο νυκτός. Σύμφωνα με την παράδοση, πήρε κι αυτό το όνομά του από τον ίδιο ιεροκήρυκα, γιατί οι κυρίες της Αυλής δεν ήθελαν να χάσουν ούτε λέξη από τα ατελείωτα, συναρπαστικά κηρύγματά του· έτσι, έκρυβαν το μικρό πορσελάνινο «bourdaloue» κάτω από τις φαρδιές φούστες τους για την ανάγκη τους (ενας κομψός τρόπος να πουμε ότι ουρούσαν). Αιώνες μετά, το ίδιο όνομα κατέληξε να σημαίνει για τους Παριζιάνους και ένα από τα πιο ντελικάτα επιδόρπια της πόλης.  

    Σήμερα, η tarte Bourdaloue (προφέρεται Ταρτ Μπουρνταλού) είναι ένα αυθεντικό παριζιάνικο γλυκό, που έχει γνωρίσει αναβίωση σε μοντέρνα pâtisseries και μεγάλα ονόματα της ζαχαροπλαστικής – όπως ο Pierre Hermé – έχει επαναλανσάρει, με νέες υφές και σύγχρονη παρουσίαση.

    Είναι από αυτά τα γλυκά που στέκονται το ίδιο όμορφα σε ένα χαλαρό κυριακάτικο τραπέζι, όσο και σε ένα γιορτινό δείπνο.

    Την επόμενη φορά που τα αχλάδια σας ωριμάζουν λίγο παραπάνω και δεν είναι πια ωραία να φαγωθούν σκέτα, μην τα πετάξετε· κάντε αυτή την tarte Bourdaloue.  

    Η δική μας εκδοχή είναι μια Bourdaloue λίγο πιο ανάλαφρη, φτιαγμένη στο σπίτι, που όμως κρατά όλη τη φινέτσα της παριζιάνικης βιτρίνας.

    Υλικά

    Μερίδες: περίπου 10–12

    Για τη ζύμη σαμπλέ

    (για ταρτιέρα 22–24 εκ.)

    • 1 αυγό
    • 90 γρ. ζάχαρη άχνη
    • 200 γρ. βούτυρο αγελάδας, παγωμένο
    • 290 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
    • 1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
    • 1 πρέζα αλάτι (προαιρετικά, αλλά δίνει ωραία ένταση)
    • ½ κ.γ. εκχύλισμα βανίλιας ή ξύσμα λεμονιού

    Για την κρέμα αμυγδάλου

    • 70 γρ. βούτυρο αγελάδας, σε θερμοκρασία δωματίου
    • 70 γρ. ζάχαρη άχνη
    • 80 γρ. λευκά αμύγδαλα, αλεσμένα (ή «αλεύρι αμυγδάλου»)
    • 2 μικρά αυγά
    • 1 γεμάτη κ.σ. κορν φλάουρ (περίπου 15 γρ.)
    • 1 κ.σ. μαύρο ρούμι (ή κονιάκ / αμαρέτο)

    Για τη συναρμολόγηση

    • 4 μεγάλα αχλάδια
    • 1–2 κ.σ. μαύρη ζάχαρη

    Εκτέλεση

    1. Ζύμη σαμπλέ

    1. Κόβουμε το παγωμένο βούτυρο σε κύβους.
    2. Το βάζουμε στον κάδο του μίξερ μαζί με το αλεύρι, την άχνη, το μπέικιν και το αυγό.
    3. Δουλεύουμε σε χαμηλή ταχύτητα μέχρι να μαζευτεί η ζύμη γύρω από το φτερό. Δεν παραζυμώνουμε για να μη λιώσει το βούτυρο και σκληρύνει η βάση.
    4. Πλάθουμε μια μπάλα, την τυλίγουμε σε μεμβράνη και τη βάζουμε στο ψυγείο για περίπου 30 λεπτά.

    2. Κρέμα αμυγδάλου

    1. Χτυπάμε στο μίξερ το βούτυρο, τη ζάχαρη άχνη και την αμυγδαλόσκονη μέχρι να αφρατέψουν και να ασπρίσουν.
    2. Προσθέτουμε τα αυγά ένα ένα, συνεχίζοντας το χτύπημα, και στο τέλος το ρούμι.
    3. Σταματάμε το μίξερ και ρίχνουμε σταδιακά το κορν φλάουρ, ανακατεύοντας απαλά με σπάτουλα μέχρι να έχουμε ομοιόμορφη κρέμα.
    4. Αφήνουμε την κρέμα στο ψυγείο να «δέσει» για 2–3 ώρες (αν θέλουμε, μπορούμε να την ετοιμάσουμε και από την προηγούμενη – κρατάει έως 15 ημέρες σε κλειστό δοχείο).

    3. Προετοιμασία αχλαδιών

    1. Καθαρίζουμε τα αχλάδια, τα κόβουμε στη μέση και αφαιρούμε τα κουκούτσια.
    2. Τα βάζουμε σε κατσαρόλα με λίγο νερό (ίσα να τα σκεπάζει) και τη ζάχαρη, και τα σιγοβράζουμε για περίπου 10 λεπτά μέχρι να μαλακώσουν αλλά να στέκονται.
    3. Τα αφήνουμε να κρυώσουν σε πιάτο με λίγο από το σιρόπι τους.

    4. Στρώσιμο της τάρτας

    1. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170°C.
    2. Ανοίγουμε τη μισή ζύμη σε ελαφρώς αλευρωμένη επιφάνεια, σε φύλλο ~3 χιλ.
    3. Στρώνουμε τη ζύμη σε ταρτιέρα 22–24 εκ., καλύπτοντας και τα τοιχώματα. Κόβουμε ό,τι περισσεύει.
    4. Σκεπάζουμε με λαδόκολλα, γεμίζουμε με ρύζι ή βαρίδια ψησίματος και ψήνουμε για 15 λεπτά (τυφλό ψήσιμο χωρίς γέμιση).
    5. Αφαιρούμε ρύζι/λαδόκολλα, αφήνουμε 2–3 λεπτά να «κρυώσει» η βάση.
    6. Γεμίζουμε με την κρέμα αμυγδάλου και τη λειαίνουμε με σπάτουλα.
    7. Κόβουμε τα μισά αχλάδια σε λεπτές φέτες, χωρίς να χωρίζουν εντελώς μεταξύ τους, και τα ανοίγουμε σαν βεντάλια πάνω στην κρέμα.

    5. Ψήσιμο & φινίρισμα

    1. Ψήνουμε την tarte Bourdaloue στους 170°C για περίπου 15–20 λεπτά, μέχρι να ροδίσει ελαφρά η κρέμα αμυγδάλου.
    2. Την αφήνουμε να κρυώσει εντελώς.

    Tips & μικρές παραλλαγές

    • Για πιο έντονο άρωμα: αντικατέστησε το ρούμι με αμαρέτο ή κονιάκ. Ταιριάζουν φανταστικά με το αμύγδαλο.
    • Μπαχαρικά στο σιρόπι: πρόσθεσε ένα ξυλάκι κανέλας ή λίγη βανίλια όταν βράζεις τα αχλάδια. Θα πάρουν διακριτικό άρωμα που περνάει και στην τάρτα.
    • Πριν το ψήσιμο, πασπάλισε με λίγα φιλέ αμυγδάλου γύρω από τα αχλάδια για extra τραγανότητα.
    • Food waste τακτική: αν έχεις πολύ ώριμα αχλάδια, απλώς μείωσε λίγο τον χρόνο βρασμού – είναι ιδανικά για αυτή την τάρτα, γιατί λιώνουν γλυκά μέσα στην κρέμα. Μπορείς να κάνεις το ίδιο και με πολύ ώριμα ροδάκινα ή βερίκοκα το καλοκαίρι.
    • Για δώρο: ψήσε την τάρτα σε ταψάκι μιας χρήσης, άφησέ την να κρυώσει καλά, τύλιξέ την με λαδόκολλα και δέσε με σπάγκο κουζίνας. Ένα μικρό καρτελάκι με το όνομα «Tarte Bourdaloue» και 2–3 οδηγίες σερβιρίσματος και έχεις το πιο chic, σπιτικό γλυκό δώρο για τις γιορτές.

    TIPS

    Για τη Ζύμη: Αν δεν θέλετε να κάνετε τυφλό ψήσιμο (step 4.4), μπορείτε απλά να τρυπήσετε καλά τη βάση με ένα πιρούνι πριν τη γεμίσετε και να ψήσετε την τάρτα με τη γέμιση κατευθείαν. Θα γίνει λιγότερο τραγανή, αλλά εξοικονομείτε χρόνο.

    Για επαγγελματικό φινίρισμα (Nappage):  Για να της δώσετε την επαγγελματική γυαλάδα της παριζιάνικης βιτρίνας, ζεστάνετε 1-2 κ.σ. μαρμελάδα βερίκοκο με ελάχιστο νερό (ή λικέρ αμαρέτο). Μόλις κρυώσει η τάρτα, αλείψτε απαλά την επιφάνειά της με ένα πινέλο.

    Tip σερβιρίσματος: Είναι καλύτερη όταν σερβίρεται χλιαρή (αφού κρυώσει, ζεστάνετέ τη για λίγα λεπτά στον φούρνο). Συνοδεύστε την με μια κουταλιά crème fraîche ή μια μπάλα παγωτό βανίλια.

    Μοιραστείτε την: Είναι τέλεια ιδέα για δώρο στις γιορτές: την ψήνεις, την αφήνεις να κρυώσει, τη βάζεις σε μια όμορφη ταρτιέρα ή χαρτόκουτο, και πας σε τραπέζι φίλων με ένα γλυκό που μοιάζει επαγγελματικό, αλλά είναι 100% φτιαγμένο από τα χέρια σου.

  • Η κοσμοπολίτισσα καλλονή του Αιγαίου

    Η κοσμοπολίτισσα καλλονή του Αιγαίου

    Γεύσεις και πολιτισμός στο κυκλαδονήσι όπου συνυπάρχει η αστική κουλτούρα με τη νησιωτική αύρα

    Η Σύρος είναι από εκείνες τις πόλεις που δεν τις βλέπεις απλώς αφηγούνται ιστορίες. Κάθε πρόσοψη και μια εποχή, κάθε μαρμάρινη σκάλα και ένα αφήγημα εμπόρων, προσφύγων, ναυτικών, καθολικών και ορθόδοξων που αποφάσισαν να φτιάξουν στη μέση του Αιγαίου μια πραγματική αστική πρωτεύουσα. Η Ερμούπολη, παρότι έχει απέχει από τους ρυθμούς του 19ου αιώνα, παραμένει σήμερα η πιο «ευρωπαϊκή» πόλη των Κυκλάδων: πλατιές σκάλες, υπαίθριες στοές, αρχοντικά με γύψινες διακοσμήσεις, μπαρόκ και νεοκλασικά στοιχεία που στέκονται ακόμη περήφανα μπροστά στη θάλασσα.

    Οπου και να κοιτάξεις θα δεις τις δυτικές επιρροές από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας του νησιού. Στο κέντρο αυτού του σκηνικού δεσπόζει το Δημαρχείο –το έργο του Ερνστ Τσίλλερ– με τη μνημειακή σκάλα, τις στοές και το αίθριο που στεγάζει σήμερα τον Δήμο και τα δικαστήρια: είναι το πρώτο πράγμα που τραβάει τη ματιά σου στην πλατεία Μιαούλη και σου θυμίζει ότι η Σύρος κάποτε ήταν εμπορικό κέντρο όλης της Ανατολικής Μεσογείου. Λίγα μέτρα πιο πέρα, στο ίδιο αστικό κύκλωμα, ο μεγαλοπρεπής Ναός του Αγίου Νικολάου και το Θέατρο Απόλλων, μια κομψή μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου, με ιστορικές οροφογραφίες και την αίσθηση ότι είσαι σε ιταλική λυρική σκηνή του 19ου αιώνα. Είναι από τα ελάχιστα νεοκλασικά θέατρα στην Ελλάδα που λειτουργούν ακόμη και δείχνουν πόσο πολιτισμένη ήταν η πόλη ήδη από τότε.

    Τη σειρά των νεοκλασικών συμπληρώνει το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Σύρου–Ερμούπολης (1863, με την επίβλεψη του Pietro Sampo): αυστηρή πρόσοψη, κίονες, μαρμάρινα στοιχεία, ψηλοτάβανες αίθουσες που σήμερα φιλοξενούν εκθέσεις, λογοτεχνικές βραδιές, μουσική. Είναι ο σημερινός “πυρήνας” πολιτισμού της πόλης.

    Κι εκεί που περπατάς στα στενά στην κοσμοπολίτικη γειτονιά Βαπόρια, περνάς τη Villa Selena  και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, βγαίνεις στην ανοιχτή πλευρά της θάλασσας στα Αστέρια, με την τσιμεντένια πλατφόρμα, ιδανική για βουτιές στο νερό. Απέχει λίγα σκαλιά από το δρόμο, και προσφέρει θέα στα νεοκλασικά της Ερμούπολης. 

    Πιο ψηλά, στον Βροντάδο, η Οικία «Κυβέλη» –αστικό σπίτι του 1870, κυριολεκτικά αγκαλιασμένο από τον βράχο, με θέα στο λιμάνι– λειτουργεί ως Ινστιτούτο και χώρος μνήμης για τη μεγάλη ηθοποιό. Στη βόρεια προβλήτα, η Πινακοθήκη Κυκλάδων, έργο του Βαυαρού Johann Erlacher, θυμίζει τα πρώτα δημόσια κτίρια της Ερμούπολης, τότε που η πόλη χτιζόταν με ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση. Και, βέβαια, το Μέγαρο Πρασακάκη –από τα πρώτα ιδιωτικά μέγαρα της Ερμούπολης, επίσης αποδιδόμενο στον Erlacher– με τις μαρμάρινες σκάλες και τα ζωγραφιστά ταβάνια, όπου σήμερα στεγάζεται το Επιμελητήριο Κυκλάδων, είναι από αυτά τα σπίτια που σε κάνουν να καταλάβεις ότι εδώ υπήρξε πραγματική αστική τάξη.

    Αυτή η αστική τάξη –οι Συριανοί των εμπορικών οίκων, οι οικογένειες με παιδεία και ευρωπαϊκές αναφορές, οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι που συνυπήρχαν– άφησε κάτι πολύ ζωντανό: μια πόλη που τον χειμώνα δεν κοιμάται. Στη Σύρο λειτουργούν σήμερα οκτώ (!) ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα, λέσχες ανάγνωσης – μια χειμερινή πολιτιστική ζωή που ελάχιστα νησιά έχουν. Είναι ο τρόπος των Συριανών να κρατούν την πόλη “ψηλά”, ακόμη κι όταν δεν έχει τουρίστες.

    Βγαίνοντας από την πόλη, ανεβαίνεις στην Άνω Σύρο, στο καθολικό κομμάτι του νησιού, με τα κυκλαδίτικα ανηφορικά σοκάκια, τις στοές που μοιάζουν με μεσαιωνικά περάσματα και τα μπαλκόνια που κοιτούν το λιμάνι. Εδώ, στις αυλές και στα μικρά καφέ, θυμάσαι ότι η Σύρος έχει και φραγκοσυριανή ταυτότητα, με μουσικές, τα ρεμπέτικα του Μάρκου Βαμβακάρη, τραγούδια που γεννήθηκαν στα κατώφλια αυτών των σπιτιών.

    Λίγο πιο μακριά, προς τα βόρεια, στο χωριό Σαν Μιχάλη, το ηλιοβασίλεμα είναι απλά μαγικό: δεν βλέπεις μόνο θάλασσα, βλέπεις τις αναβαθμίδες, τα τοπία με τις ξερολιθιές, τα γαϊδουράκια. Βλέπεις ένα ήπιο, καθημερινό, αγροτικό πρόσωπο της Σύρου που δεν το φαντάζεσαι όταν περπατάς στην πλατεία Μιαούλη.

    Η γαστρονομία της Σύρου είναι, όπως και η πόλη, αποτέλεσμα πολλών επιρροών. Από τη Χίο και τη Μικρά Ασία ήρθαν τα λουκούμια –σήμερα αναπόσπαστο στοιχείο της συριανής ταυτότητας– από τη Σμύρνη τα μπαχαρικά, από τα καθολικά μοναστήρια τα φραγκόσυκα και τα γλυκά με αμύγδαλο. Το νησί έχει εξαιρετικές πρώτες ύλες: τυριά και λούζα Σύρου, το πικάντικο Σαν Μιχάλη (ΠΟΠ από το 1996), κατσικάκια, κηπευτικά. Για ψώνια: Πρέκας και Λειβαδάρας για τοπικά, βιοτεχνία λουκουμιών Συκουτρής για τα κλασικά συριανά και μαστιχάτα λουλούμια, αλλά και το γνώριμο “παξιμαδάκι Σύρου” που πάει παντού.

    Στο φαγητό αξίζει να σταματήσεις στο μαγειρείο «Συριανή κουζίνα» για πιάτα της κατσαρόλας, στο εστιατόριο «Ο Μήτσος» για κρεατικά, αλλά και στο Παλιό καφενείο – «Η νησιώτισσα» στο στενό της Ερμούπολης, όπου το 2025 έγιναν γυρίσματα για τη σειρά της ΕΡΤ «Η Μεγάλη Χίμαιρα» (το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Σύρο, καθώς εκείνο το κοσμοπολίτικο, ελληνοϊταλικό, νησιωτικό περιβάλλον που περιγράφει είναι πολύ κοντά στο πνεύμα της Ερμούπολης των εμπόρων).

    Ο Λευτέρης Βολικάκης σερβίρει μεζέδες για τσίπουρο, σε ένα αληθινά συριανό στενό με ζωγραφισμένα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες – σκηνικό που δεν χρειάζεται σκηνογραφία. Για ποτό, το Bar Passo (πάνω στο πλακόστρωτο της οδού) είναι ανοιχτό και τον χειμώνα, ενώ για κρασί και πιο χαλαρό βραδάκι υπάρχει το wine bar «Ρόγα». Για κάτι πιο απλό, το ψητοπωλείο Απόλαυση σώζει τις μεταμεσονύκτιες πείνες.

    Αυτό που κάνει τη Σύρο να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο ότι έχει «ωραία κτίρια». Είναι ότι έχει στρώσεις αστικής ζωής, προσφυγική μνήμη, καθολική παράδοση, βιομηχανική ανάπτυξη, νεοκλασικό όραμα, και τις έχει κρατήσει ζωντανές.

    Μπορείς μέσα σε μια μέρα να περάσεις από το Πνευματικό Κέντρο, να μπεις στο Θέατρο Απόλλων, να δεις από κοντά τις ζωγραφιστές οροφές των νεοκλασικών και να βρεθείς το σούρουπο στην Άνω Σύρο να ακούς μπουζούκι. Είναι μια πόλη που σου θυμίζει ότι οι Κυκλάδες δεν είναι μόνο κύβοι πάνω στο βράχο, αλλά ζωντανά μνημεία με πολιτισμό και ανείπωτη ομορφιά.