Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της Πλάκας, ένα μενού που πατά στην παράδοση και τη δουλεύει με ακρίβεια, με ευγενικό και ανοιχτόκαρδο σέρβις

Κατηφορίζω την Κυδαθηναίων προς τη Φιλομούσου Εταιρείας και σκέφτομαι ότι αυτή η γωνιά της Πλάκας έχει το δικό της “restaurant storyline”. Το κτίριο που στέγασε το LAudrion του Alain Parodi και μετά (το 2021) το Samanos Radio Restaurant του Λεωνίδα Κουτσόπουλου, τώρα απέκτησε ξανά ζωή, ως Nonnas Athens.

Πίσω από το Nonnas βρίσκεται ο Ηλίας Κιαζόλι, ο σεφ που έγινε ευρέως γνωστός από το MasterChef4, αλλά πριν από την τηλεόραση είχε ήδη γράψει χιλιόμετρα σε κουζίνες που δεν συγχωρούν: Restaurant Meille και Hotel Sanders στην Κοπεγχάγη, Foss hotel Restaurant Haust στο Ρέικιαβικ, κι έπειτα executive chef στο PoseidonionGrandHotel στις Σπέτσες. Το Nonnas είναι το πρώτο του προσωπικό εστιατόριο. Και αυτό φαίνεται: έχει το προσεγμένο μενού που βγάζει τη σιγουριά κάποιου που ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει.

Μπαίνοντας, καταλαβαίνεις ότι το Nonnas δεν θέλει να σε εντυπωσιάσει αλλά να σε κερδίσει συνολικά. Urban trattoria με αθηναϊκό νεύρο: ζεστός φωτισμός, καλοστημένα τραπέζια, και μια ανοιχτή κουζίνα που σου δίνει πλήρη εικόνα του ρυθμού: κινήσεις, πάσο, εκείνη τη μικρή χορογραφία του service που σου δείχνει ότι εδώ όλα δουλεύουν ρολόι και το φαγητό βγαίνει με ψυχή.

Και κάπου εκεί, σηκώνεις το βλέμμα και το βλέπεις: το mural με τη funky γιαγιά. Τα παιδιά του μαγαζιού την αποκαλούν χαριτολογώντας «η γιαγιά μας» -η nonna τους, εννοείται- κι αμέσως δένει το όνομα με τη φιλοσοφία: με τις γευστικές μνήμες να μπαίνουν στο πιάτο.

Μαζί με τον chef de cuisine Θωμά Πατήλα και την ομάδα τους, μαγειρεύουν φαγητά που είναι βαθιά νόστιμα. Το concept συνοψίζεται σε τρεις λέξεις που μοιάζουν απλές, αλλά κρύβουν πολλή δουλειά: “Old New Recipes”. Στην πράξη σημαίνει ότι ο σεφ επιχειρεί (και, ναι, το πετυχαίνει) να αναπλάσει τις μνήμες του από την κουζίνα της μάνας του και της γιαγιάς του, μόνο που τις περνά από φίλτρο τεχνικής, ακρίβειας και ενός πολύ σύγχρονου fine dining.

Προζυμένιο ψωμί

τσακιστές ελιές, ωραίο ελαιόλαδο, βούτυρο

Η αρχή είναι από αυτές που σε κάνουν να χαμογελάς πριν καν φτάσουν τα «κανονικά» πιάτα. Προζυμένιο ψωμί, τσακιστές ελιές, ωραίο ελαιόλαδο, βούτυρο. Κι ένα «καλωσόρισμα» που συμπληρώνεται από τσαλαφούτι και παξιμάδι με dashi, μια λεπτομέρεια που σου λέει πως η ματιά ανοίγει και πέρα από την παράδοση.

Μετά έρχεται μια τυροκαυτερή με φέταΤρίπολης μαλακή και καυτερή όσο πρέπει, με πιπερίτσες τσίλι και ντοματίνια. Και τα καπνιστά χόρτα (όταν πήγαμε, λάπαθα και ραδίκια) ένα πιάτο που μοιάζει απλό μέχρι να το δοκιμάσεις: τριμμένη ντομάτα, ξινοτύρι και καπνιστή γεύση umami.

Αν έχεις αδυναμία στις σαρδέλες, εδώ έχεις λόγο να ενθουσιαστείς. Οι μαριναρισμένες σαρδέλες δεν είναι «απλώς ωραίες». Παίζουν με καβουρδισμένα αμύγδαλα, καπνιστή πιπεριά Φλωρίνης και μείγμα με μπαχαρικά που δίνει βάθος χωρίς να σκεπάζει το ψάρι.

Και μετά… τα «βαριά χαρτιά». Το παστίτσιο αποδομημένο είναι ακριβώς αυτό που υπόσχεται: αντί για μακαρόνια, paccheri, αντί για κιμά, μοσχαρίσια μάγουλα μαγειρεμένα σε σάλτσα από confit ντοματίνια· νιφάδες γραβιέρας και μπεσαμέλ σε μορφή κρέμας, στρωμένη στο πλάι σαν βελούδο. Έχει τη γεύση της Κυριακής, αλλά με την ακρίβεια ενός σεφ που ξέρει τι κάνει.

Κι αν θέλεις να θυμάσαι ένα πιάτο μετά, κράτα αυτό: σκιουφιχτά με γίδα. Τα ζυμαρικά έχουν βράσει μέσα στον ζωμό της γίδας και έρχονται με κρέμα cacioe pepe φτιαγμένη από παλαιωμένες γραβιέρες Κρήτης, Νάξου και Άρτας. Είναι κορυφαίο, από αυτά που κάνουν το τραπέζι να σταματά για λίγο να μιλάει.

Στα κρεατικά, τα αρνίσια παϊδάκια έρχονται με τη σωστή αυτοπεποίθηση κι ένα ακόμη ωραίο παιχνίδι: το γλάσο αλλάζει ανάλογα με την εβδομάδα, καθώς ο σεφ συνεργάζεται με τον sommelier επιλέγοντας διαφορετικό κόκκινο κρασί κάθε φορά, μικρή λεπτομέρεια, μεγάλο σημάδι ότι εδώ τίποτα δεν είναι «τυπικό».

Το κλείσιμο είναι όσο αρωματικό πρέπει. Η πανακότα χαμομήλι είναι σαν να τρως τον αγρό την άνοιξη: μαστίχα, λάιμ, λεμόνι, μια καθαρή επίγευση που λειτουργεί σχεδόν σαν digestif και σε αφήνει ελαφρύ κι έτοιμο να συνεχίσεις τη βόλτα στην Πλάκα.

Και μιας και μιλάμε για βόλτα: το σέρβις είναι από τα δυνατά χαρτιά. Ευγενικοί, εγκάρδιοι, με εκείνη τη σπάνια ικανότητα να είναι διακριτικοί αλλά παρόντες. Τη μέρα που πήγαμε, δίπλα μας καθόταν ένας μεσήλικας Ιάπωνας, που ξέφυγε από τα tourist traps της περιοχής και βρισκόταν εκεί για δεύτερη συνεχόμενη μέρα. Δεν ήμασταν οι μόνοι που το αγαπήσαμε!

Η wine list έχει κορμό ελληνικό, με έμφαση σε ποικιλίες-υπογραφές όπως Ασύρτικο και Ξινόμαυρο, σε ζώνες που δίνουν σήμερα τον τόνο: Αμύνταιο, Νάουσα, Σαντορίνη, αλλά και πιο «ψαγμένα» σημεία της ενδοχώρας. Στα ερυθρά, ο ελληνικός πυρήνας (Αγιωργίτικο, Μούχταρο, Λημνιώνα, Ξινόμαυρο) πλαισιώνεται από ασφαλείς διεθνείς “άγκυρες” (Nebbiolo, Valpolicella, Malbec, Pinot Noir), ώστε ο κατάλογος να μιλάει τόσο στον μυημένο όσο και στον επισκέπτη που ζητά κάτι οικείο.

Για όσους ψάχνουν κάτι πιο ιδιωτικό: υπάρχει και υπόγεια κάβα για μικρότερα private events και πιο κλειστά dining τραπέζια, γιατί, όπως φαίνεται, το Nonnas δεν είναι απλώς «ένα ωραίο μέρος στην Πλάκα».

Info: Φιλομούσου Εταιρείας 3, Πλάκα | Brunch: 08:00–13:00 · Restaurant: 13:30–00:00